Blog
Blog
Παχυσαρκία: Λογαριασμός 3,4 δισ. ευρώ τον χρόνο για την Ελλάδα

Βαρύ αποτύπωμα στην υγεία, στην οικονομία και στην παραγωγικότητα αφήνουν το αυξημένο σωματικό βάρος και η παχυσαρκία στην Ευρώπη. Νέα ανάλυση του Office of Health Economics (OHE), που εκπονήθηκε κατόπιν ανάθεσης της EFPIA, εκτιμά ότι σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες συνδέονται με 278.000 θανάτους και περίπου 8 εκατ. χαμένα έτη υγιούς ζωής. Στην Ελλάδα, η ετήσια οικονομική επιβάρυνση υπολογίζεται σε 3,4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1,4% του ΑΕΠ ή σε 328 ευρώ ανά κάτοικο.
Βαρύ αποτύπωμα στην υγεία, στην οικονομία και στην παραγωγικότητα αφήνουν το αυξημένο σωματικό βάρος και η παχυσαρκία στην Ευρώπη. Νέα ανάλυση του Office of Health Economics (OHE)
Η παχυσαρκία δεν αποτελεί πλέον μόνο ζήτημα ατομικής υγείας ή τρόπου ζωής. Τα νέα στοιχεία την τοποθετούν στον πυρήνα μιας ευρύτερης συζήτησης για τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας, την παραγωγικότητα, την απασχόληση και τις κοινωνικές ανισότητες.
Η μελέτη «The Economic Burden of Overweight and Obesity in Europe» εκπονήθηκε από το Office of Health Economics (OHE) κατόπιν ανάθεσης της European Federation of Pharmaceutical Industries and Associations (EFPIA) και εξετάζει την επιβάρυνση που σχετίζεται με αυξημένο Δείκτη Μάζας Σώματος σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ρουμανία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Σημαντική παράμετρος για την ανάγνωση των αποτελεσμάτων είναι ότι πρόκειται για έρευνα που χρηματοδοτήθηκε και ανατέθηκε από την EFPIA, γεγονός που αναφέρεται και στο συνοδευτικό ενημερωτικό υλικό της μελέτης.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι περίπου 56% του πληθυσμού στην Ευρώπη είναι υπέρβαρο ή ζει με παχυσαρκία, ενώ το ίδιο αφορά περίπου ένα στα τρία παιδιά.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την έκθεση, δεν αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των περιστατικών αλλά και στη συσσώρευση χρόνιων νοσημάτων που συνδέονται με το αυξημένο σωματικό βάρος, καθώς και στις οικονομικές απώλειες που προκαλούν οι ασθένειες αυτές.
278.000 θάνατοι και εκατομμύρια χαμένα έτη υγιούς ζωής στην Ευρώπη
Η ανάλυση συνδέει το αυξημένο BMI με σημαντικό μέρος της επιβάρυνσης από ορισμένες από τις συχνότερες χρόνιες παθήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο αυξημένος ΔΜΣ συνδέεται με σχεδόν 60% των χαμένων ετών υγιούς ζωής λόγω διαβήτη τύπου 2, με περίπου 45% της αντίστοιχης επιβάρυνσης από παθήσεις του πεπτικού συστήματος και με 32% από χρόνια νεφρική νόσο. Η οικονομική διάσταση είναι εξίσου σημαντική.
Στις οκτώ χώρες που εξετάστηκαν, το κόστος που συνδέεται με αυξημένο σωματικό βάρος υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί από 0,6% έως 1,4% του ΑΕΠ.
Δεν πρόκειται μόνο για δαπάνες φαρμάκων, νοσηλειών ή ιατρικών επισκέψεων.
Από 18% έως 58% του συνολικού κόστους, ανάλογα με τη χώρα, προέρχεται από απώλειες παραγωγικότητας που σχετίζονται με πρόωρο θάνατο, οικονομική αδράνεια λόγω ασθένειας, απουσίες από την εργασία, μειωμένη απόδοση κατά την εργασία και χρόνο που αφιερώνεται στην άτυπη φροντίδα ασθενών.
Το εύρημα αυτό διευρύνει σημαντικά τη συζήτηση γύρω από την παχυσαρκία.
Το πραγματικό οικονομικό κόστος δεν περιορίζεται στους προϋπολογισμούς των υπουργείων Υγείας. Μεταφέρεται στις επιχειρήσεις, στην αγορά εργασίας, στην κοινωνική πρόνοια, στις οικογένειες και τελικά στο σύνολο της οικονομίας.
Η έκθεση εκτιμά ότι μέρος αυτής της επιβάρυνσης θα μπορούσε να περιοριστεί μέσω καλύτερης πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και αποτελεσματικότερης διαχείρισης των σχετιζόμενων νοσημάτων.
Ελλάδα: 3,4 δισ. ευρώ τον χρόνο – Τα 2,3 δισ. είναι άμεσες δαπάνες υγείας
Για την Ελλάδα, τα μεγέθη που παρουσιάζονται είναι ιδιαίτερα υψηλά. Το συνολικό ετήσιο κόστος που συνδέεται με αυξημένο σωματικό βάρος και παχυσαρκία εκτιμάται σε 3,4 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 328 ευρώ ανά κάτοικο.
Το ποσό ισοδυναμεί με περίπου 1,4% του ελληνικού ΑΕΠ, σύμφωνα με τη μελέτη, ενώ στο συνοδευτικό infographic σημειώνεται ότι υπερβαίνει τις δαπάνες για στέγαση και αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ήμισυ των αμυντικών δαπανών της χώρας.
Από τα 3,4 δισ. ευρώ:
2,3 δισ. ευρώ ή 68% αφορούν άμεσες δαπάνες υγείας.
1,1 δισ. ευρώ ή 32% αφορούν έμμεσες οικονομικές απώλειες.
Το μεγαλύτερο μέρος του άμεσου κόστους συνδέεται με νοσήματα τα οποία εμφανίζουν ισχυρή σχέση με το αυξημένο σωματικό βάρος.
Ο διαβήτης τύπου 2 αντιστοιχεί σε περίπου 900 εκατ. ευρώ, οι μυοσκελετικές παθήσεις σε περίπου 400 εκατ. ευρώ και τα καρδιαγγειακά νοσήματα σε περίπου 200 εκατ. ευρώ ετησίως.
Στην έμμεση επιβάρυνση, οι απουσίες από την εργασία υπολογίζονται σε περίπου 300 εκατ. ευρώ, ενώ άλλα 300 εκατ. ευρώ αποδίδονται στη μειωμένη παραγωγικότητα κατά τη διάρκεια της εργασίας. Ακολουθούν:
περίπου 200 εκατ. ευρώ για τον χρόνο άτυπης φροντίδας ασθενών,
100 εκατ. ευρώ λόγω οικονομικής αδράνειας που σχετίζεται με ασθένεια,
και περίπου 100 εκατ. ευρώ λόγω πρόωρης θνησιμότητας.
Το ελληνικό προφίλ παρουσιάζει πάντως μία ιδιαιτερότητα. Η μελέτη καταγράφει σχετικά υψηλά επίπεδα απουσιών από την εργασία, τα οποία ενισχύουν το έμμεσο οικονομικό κόστος. Από την άλλη πλευρά, το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης στις μεγαλύτερες ηλικίες –όπου ο αυξημένος ΔΜΣ εμφανίζεται συχνότερα– περιορίζει λογιστικά μέρος των απωλειών παραγωγικότητας που θα καταγράφονταν εάν περισσότεροι άνθρωποι αυτών των ηλικιών βρίσκονταν στην αγορά εργασίας.
Με άλλα λόγια, το έμμεσο κόστος δεν είναι απαραίτητα μικρό επειδή η επίπτωση στην υγεία είναι περιορισμένη. Επηρεάζεται και από τη δομή της ελληνικής αγοράς εργασίας.
«Προλαμβάνω», φαρμακευτική θεραπεία και πέντε προτάσεις πολιτικής
Η έκθεση αφιερώνει ιδιαίτερη αναφορά και στην ελληνική πολιτική πρόληψης. Σύμφωνα με το συνοδευτικό έγγραφο του OHE/EFPIA, το εθνικό πρόγραμμα «Προλαμβάνω» για τον καρδιαγγειακό και μεταβολικό κίνδυνο, το οποίο ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2025, παρέχει δωρεάν και ολοκληρωμένο καρδιομεταβολικό έλεγχο σε ενήλικες ηλικίας 30 έως 70 ετών.
Από τον Δεκέμβριο του 2025, σύμφωνα με το ίδιο υλικό, το πρόγραμμα επεκτάθηκε ώστε επιλέξιμοι πολίτες να μπορούν να έχουν δωρεάν πρόσβαση σε φαρμακευτική θεραπεία.
Τα κριτήρια που παρατίθενται είναι BMI άνω του 40 ή BMI από 37 έως 40 όταν συνυπάρχουν σχετικές συννοσηρότητες, μαζί με ιατρική αξιολόγηση και συμμετοχή σε εποπτευόμενο πρόγραμμα διατροφικής συμβουλευτικής.
Το OHE επισημαίνει, ωστόσο, ότι τα υψηλά όρια BMI περιορίζουν την πρόσβαση στο συγκεκριμένο σκέλος της θεραπείας και αφήνουν εκτός ένα ευρύτερο τμήμα του πληθυσμού που ζει με παχυσαρκία.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μελέτη συνδέει τα ευρήματά της και με το EU Safe Hearts Plan, επισημαίνοντας ότι η αντιμετώπιση των καρδιαγγειακών νοσημάτων δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από την παχυσαρκία και τον διαβήτη. Η έκθεση προτείνει πέντε βασικούς άξονες πολιτικής.
Πρώτον, ζητά επίσημη αναγνώριση της παχυσαρκίας ως χρόνιας και υποτροπιάζουσας νόσου, ώστε να ενισχυθούν η παρακολούθηση, η χρηματοδότηση και η πρόσβαση σε ολοκληρωμένη φροντίδα.
Δεύτερον, προτείνει συστηματική αντιμετώπιση του στίγματος και των προκαταλήψεων, μετατοπίζοντας την έμφαση από την αποκλειστική ατομική ευθύνη σε ευρύτερες συστημικές παρεμβάσεις.
Τρίτον, ζητά καλύτερη πρόσβαση στην πρόληψη και στη θεραπεία, με ολοκληρωμένα μοντέλα φροντίδας που θα μπορούν να συνδυάζουν έγκαιρη διάγνωση, συμπεριφορικές παρεμβάσεις, φαρμακευτική θεραπεία και, όπου χρειάζεται, μεταβολική και βαριατρική χειρουργική.
Τέταρτον, προτείνει ισχυρότερη οικονομική τεκμηρίωση για τις επενδύσεις στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, ώστε να υπολογίζονται όχι μόνο τα αποτελέσματα υγείας αλλά και ο αντίκτυπος στην παραγωγικότητα, στην αγορά εργασίας και στις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας.
Και πέμπτον, ζητά σαφή ένταξη της παχυσαρκίας στο EU Safe Hearts Plan, με συγκεκριμένους στόχους ανίχνευσης και διαχείρισης και σύνδεση της στρατηγικής με τον ευρωπαϊκό στόχο μείωσης της πρόωρης καρδιαγγειακής θνησιμότητας έως το 2035.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΣΦΕΕ Μιχάλης Χειμώνας υπογραμμίζει ότι η παχυσαρκία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις δημόσιας υγείας, όχι μόνο λόγω των συνεπειών της στην ποιότητα ζωής αλλά και λόγω των επιπτώσεων στα συστήματα υγείας, στην παραγωγικότητα και στην κοινωνική συνοχή.
Όπως επισημαίνει, απαιτείται μια «ολιστική προσέγγιση» που θα αναγνωρίζει την παχυσαρκία ως χρόνια νόσο, θα απομακρύνεται από τον στιγματισμό και θα επενδύει στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση και στην επιστημονικά τεκμηριωμένη φροντίδα.
Τα στοιχεία της έκθεσης μεταφέρουν έτσι τη συζήτηση πέρα από το βάρος στη ζυγαριά.
Η παχυσαρκία εμφανίζεται ως πρόβλημα με κλινικό, κοινωνικό και μακροοικονομικό αποτύπωμα, το οποίο επηρεάζει το ΕΣΥ, την αγορά εργασίας, τις οικογένειες και τις δημόσιες δαπάνες.
Και για την Ελλάδα, η εκτίμηση των 3,4 δισ. ευρώ ετησίως δείχνει ότι η πρόληψη και η αποτελεσματική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας δεν είναι μόνο ζήτημα δημόσιας υγείας, αλλά και ζήτημα οικονομικής πολιτικής.
