Blog
Blog
Πόσο υπεύθυνος είναι τελικά ο ασθενής για την ασφάλεια της θεραπείας του;

«Ας ενημερωνόταν καλύτερα». «Πώς γίνεται να μην το κατάλαβε;»
Είναι φράσεις που ακούμε συχνά όταν μια ιατρική υπόθεση συγκλονίζει την κοινή γνώμη. Τις έχουμε ακούσει σε περιπτώσεις ανθρώπων που παρουσιάστηκαν ως γιατροί χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα, αλλά και όταν ασθενείς εμπιστεύτηκαν θεραπείες ή επαγγελματίες υγείας που αργότερα βρέθηκαν στο επίκεντρο ερευνών.
Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη επαναφέρουν αυτή τη συζήτηση. Οι έρευνες για τις ακριβείς συνθήκες και τα αίτια του θανάτου του βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και η Δικαιοσύνη δεν έχει αποφανθεί για την ευθύνη των εμπλεκομένων. Παράλληλα, όμως, στη δημόσια συζήτηση επανέρχεται ένα γνώριμο ερώτημα: τι γνώριζε ή τι θα έπρεπε να γνωρίζει ο ίδιος ο ασθενής;
Και κάπου εδώ αξίζει να θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα:
Πόσο υπεύθυνος μπορεί πραγματικά να είναι ένας ασθενής για την ασφάλεια της ίδιας του της περίθαλψης;
Όλοι μας έχουμε βρεθεί κάποια στιγμή αντιμέτωποι με μια απόφαση που αφορά την υγεία μας. Θα ακολουθήσουμε τη θεραπεία που μας προτείνει ο γιατρός για ένα πρόβλημα που μας ταλαιπωρεί; Θα κάνουμε το εμβόλιο που μας συστήνει πριν από ένα ταξίδι, επειδή θεωρεί ότι θα μας προσφέρει μεγαλύτερη προστασία;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η απάντηση είναι «ναι». Και γιατί να μην είναι;
Ένας γιατρός έχει περάσει χρόνια εκπαίδευσης και εξειδίκευσης προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα να ασκεί την ιατρική. Το ίδιο το σύστημα υγείας τού αποδίδει την επαγγελματική αξιοπιστία και την αρμοδιότητα να προτείνει και να πραγματοποιεί θεραπείες που, βάσει της γνώσης και της κρίσης του, θεωρεί κατάλληλες για τον ασθενή.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο δημιουργείται μια αναπόφευκτη ασυμμετρία γνώσης μεταξύ γιατρού και ασθενούς. Ο γιατρός διαθέτει την εξειδικευμένη γνώση. Ο ασθενής, από την άλλη, βρίσκεται σε μια θέση όπου χρειάζεται βοήθεια και συνήθως δεν διαθέτει τις γνώσεις ώστε να αξιολογήσει μόνος του όλες τις διαθέσιμες επιλογές.
Ένας καλός γιατρός, λοιπόν, δεν περιορίζεται στο να ανακοινώσει μια θεραπευτική απόφαση. Εξηγεί στον ασθενή τι προτείνει, γιατί το προτείνει, ποια είναι τα πιθανά οφέλη και οι κίνδυνοι και ποιες εναλλακτικές επιλογές υπάρχουν.
Στον χώρο της υγείας μιλάμε συχνά για επικοινωνία προσαρμοσμένη στις ανάγκες του ασθενούς: για πληροφορίες διατυπωμένες με τρόπο κατανοητό και προσβάσιμο. Με αυτόν τον τρόπο, ο ασθενής αποκτά τη δυνατότητα να συμμετέχει ουσιαστικά στην απόφαση που αφορά το ίδιο του το σώμα και την υγεία του.
Ένας ακόμη όρος που χρησιμοποιείται συχνά είναι ο γραμματισμός υγείας (health literacy). Δεν αφορά απλώς το πόσα γνωρίζει κάποιος για την ιατρική. Περιγράφει την ικανότητά του να αναζητά πληροφορίες, να τις βρίσκει, να τις κατανοεί, να τις αξιολογεί και τελικά να τις χρησιμοποιεί για να λάβει μια ενημερωμένη απόφαση για την υγεία του.
Ο γραμματισμός υγείας επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: την εκπαίδευση, το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, τις προσωπικές εμπειρίες, ακόμη και την πρόσβαση σε αξιόπιστες και κατανοητές πληροφορίες. Δεν ξεκινάμε όλοι από το ίδιο σημείο.
Και δεν υπάρχει τίποτα το προβληματικό σε αυτό.
Όταν όμως καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις για την υγεία μας, ο γραμματισμός υγείας επηρεάζει σημαντικά το πόσο εύκολα μπορούμε να κατανοήσουμε τις πληροφορίες που λαμβάνουμε και πόση αυτοπεποίθηση έχουμε ώστε να συμμετέχουμε πραγματικά στη λήψη μιας απόφασης.
Πώς γνωρίζουμε, όμως, ότι διαθέτουμε αρκετό γραμματισμό υγείας ώστε να πάρουμε τη «σωστή» απόφαση; Και από τη στιγμή που ένας γιατρός μάς έχει ενημερώσει και εμείς έχουμε συναινέσει, μεταφέρεται αυτομάτως η ευθύνη από τον επαγγελματία υγείας στον ασθενή;
Η απάντηση είναι σύντομη:
Όχι.
Η ενημερωμένη συναίνεση δεν μεταφέρει την επαγγελματική ευθύνη του γιατρού στον ασθενή. Μια συζήτηση τριάντα λεπτών δεν μπορεί να αντικαταστήσει χρόνια ιατρικών σπουδών, κλινικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής εμπειρίας.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν οι πληροφορίες που χρειάζεται ο ασθενής για να αποφασίσει προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον επαγγελματία υγείας.
Ο ασθενής καλείται, δηλαδή, να αξιολογήσει μια θεραπευτική πρόταση βασιζόμενος σε σημαντικό βαθμό στις πληροφορίες που του παρέχει ο ίδιος άνθρωπος του οποίου την πρόταση καλείται να κρίνει.
Σε αυτό το σημείο η εμπιστοσύνη δεν αποτελεί πολυτέλεια. Αποτελεί προϋπόθεση.
Ως ασθενείς πρέπει να μπορούμε να εμπιστευόμαστε ότι οι πληροφορίες που μας παρέχει ένας επαγγελματίας υγείας είναι ακριβείς, επαρκείς και σύμφωνες με την επιστημονική γνώση και τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Δεν είναι ρεαλιστικό να απαιτούμε από κάθε ασθενή να ερευνά ανεξάρτητα κάθε θεραπεία σε επιστημονικές βάσεις δεδομένων, να αξιολογεί την ποιότητα της διαθέσιμης τεκμηρίωσης ή να ελέγχει μόνος του αν τηρούνται όλες οι επιστημονικές, επαγγελματικές και κανονιστικές προϋποθέσεις.
Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην ιατρική.
Κανείς δεν καλεί έναν ηλεκτρολόγο στο σπίτι του για ένα πρόβλημα στον ηλεκτρικό πίνακα και ξεκινά εξετάζοντάς τον πάνω σε κάθε τεχνική λεπτομέρεια της εργασίας που πρόκειται να πραγματοποιήσει.
Δεν περιμένουμε από τον πελάτη να έχει σπουδάσει ηλεκτρολογία, να γνωρίζει όλους τους τεχνικούς κανονισμούς, να ελέγχει ο ίδιος αν τηρούνται οι προβλεπόμενες προδιαγραφές και στη συνέχεια να αποφασίζει αν η εργασία εκτελέστηκε σωστά.
Εμπιστευόμαστε έναν επαγγελματία ακριβώς επειδή εκείνος είναι ο ειδικός και όχι εμείς.
Και γι’ αυτό ακριβώς η κοινωνία έχει δημιουργήσει επαγγελματικά προσόντα, άδειες άσκησης επαγγέλματος, κανόνες δεοντολογίας και ελεγκτικούς μηχανισμούς: ώστε ο πολίτης να προστατεύεται χωρίς να χρειάζεται να πραγματοποιεί ο ίδιος όλους αυτούς τους ελέγχους.
Γιατί, λοιπόν, να απαιτούμε περισσότερα από έναν ασθενή τη στιγμή που δεν διακυβεύεται απλώς το σπίτι του, αλλά η ίδια του η υγεία;
Δεν υπάρχει λόγος.
Κι αν επιστρέψουμε στο αρχικό μας ερώτημα «πόσο υπεύθυνος μπορεί να είναι ένας ασθενής για την ασφάλεια της περίθαλψής του; » η απάντηση είναι εξίσου σαφής:
Ο ασθενής μπορεί και πρέπει να συμμετέχει ενεργά στις αποφάσεις που αφορούν την υγεία του. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να φέρει την πλήρη ευθύνη για την ασφάλεια της περίθαλψής του.
Η ενημέρωση και ο γραμματισμός υγείας τού δίνουν μεγαλύτερη αυτονομία και τη δυνατότητα να λαμβάνει πιο συνειδητές αποφάσεις. Δεν μπορούν, όμως, να του μεταφέρουν την ευθύνη για ένα σύστημα που ο ίδιος δεν έχει ούτε τη γνώση ούτε τα μέσα να ελέγξει.
