Blog

Πληρώνει η Ευρώπη πολύ λίγα για τα φάρμακα; Η ανάλυση που αμφισβητεί το αμερικανικό επιχείρημα

Photo healthpharma

Οι χαμηλότερες ευρωπαϊκές τιμές δεν προκαλούν από μόνες τους τις υψηλές αμερικανικές, υποστηρίζει ανάλυση του Ινστιτούτου Egmont. Οι Frank Vandenbroucke και Gloria Ghéquière προειδοποιούν ότι η σύνδεση των δύο αγορών μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας και ζητούν κοινή πολιτική για την πρόσβαση, την έρευνα και τη φαρμακευτική παραγωγή.

  • Γράφει ο Κοσμάς Ζακυνθινός 

Πληρώνουν οι Αμερικανοί ακριβότερα τα φάρμακά τους επειδή οι Ευρωπαίοι πληρώνουν λιγότερα; Και, αν η Ευρώπη αυξήσει τις τιμές της, θα εξασφαλίσει περισσότερη καινοτομία και χαμηλότερο κόστος για τους ασθενείς στις ΗΠΑ;

Αυτά τα ερωτήματα εξετάζει το Egmont Paper 142, με τίτλο «Does Europe Pay Too Little For Its Medicines?», που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2026. Οι συγγραφείς απορρίπτουν την ιδέα ότι η διαφορά τιμών αρκεί για να αποδείξει πως η Ευρώπη επωφελείται άδικα από την αμερικανική χρηματοδότηση της φαρμακευτικής καινοτομίας.

Την ανάλυση υπογράφουν ο Frank Vandenbroucke, αντιπρόεδρος της βελγικής κυβέρνησης και υπουργός Κοινωνικών Υποθέσεων και Δημόσιας Υγείας, και η Gloria Ghéquière, αναπληρώτρια επικεφαλής του γραφείου του, αρμόδια για τη φαρμακευτική πολιτική.

Πρόκειται για κείμενο οικονομικής και πολιτικής ανάλυσης, το οποίο αξιοποιεί βιβλιογραφία, υποδείγματα και κανονιστικά κείμενα. Δεν αποτελεί νέα κλινική μελέτη ούτε πρωτογενή έρευνα τιμών. Η θεσμική θέση των συγγραφέων έχει σημασία, καθώς το κείμενο συνδυάζει την επιστημονική επιχειρηματολογία με συγκεκριμένες προτάσεις ευρωπαϊκής πολιτικής.

Το χάσμα στις τιμές των φαρμάκων είναι πραγματικό

Οι συγγραφείς δεν αμφισβητούν ότι οι ΗΠΑ πληρώνουν περισσότερα, ιδίως για τα πρωτότυπα φάρμακα.

Επικαλούνται ανάλυση της RAND για το 2022, σύμφωνα με την οποία οι τιμές παραγωγού στις ΗΠΑ, για το σύνολο των φαρμάκων, αντιστοιχούσαν στο 278% των τιμών σε 33 άλλες χώρες του ΟΟΣΑ.

Στα πρωτότυπα φάρμακα με εμπορική ονομασία, η αναλογία έφθανε το 422%. Μετά από προσαρμογή για εκτιμώμενες επιστροφές και εκπτώσεις, υποχωρούσε στο 308%.

Η εικόνα αντιστρεφόταν στα γενόσημα χωρίς εμπορική ονομασία καθώς οι αμερικανικές τιμές αντιστοιχούσαν στο 67% εκείνων των χωρών σύγκρισης.

Το εύρημα δείχνει γιατί χρειάζεται διάκριση ανάμεσα στις κατηγορίες φαρμάκων. Η συζήτηση για τις υψηλές αμερικανικές τιμές αφορά κυρίως την αγορά των προστατευμένων πρωτότυπων προϊόντων και δεν περιγράφει με τον ίδιο τρόπο την αγορά των γενοσήμων.

Γιατί η χαμηλότερη ευρωπαϊκή τιμή δεν αυξάνει αυτομάτως την αμερικανική

Το βασικό επιχείρημα της ανάλυσης στηρίζεται στη λειτουργία δύο ξεχωριστών αγορών. Όταν μια εταιρεία διαθέτει ένα φάρμακο σε διαφορετικές χώρες, επιδιώκει την τιμή που μεγιστοποιεί το κέρδος της σε καθεμία, με βάση τη ζήτηση, τον ανταγωνισμό και τη διαπραγματευτική ισχύ των αγοραστών.

Στο τυπικό οικονομικό υπόδειγμα, εφόσον δεν υπάρχει μηχανισμός σύνδεσης των αγορών, η χαμηλότερη τιμή στην Ευρώπη δεν υποχρεώνει την εταιρεία να αυξήσει την τιμή στις ΗΠΑ. Αν μια υψηλότερη αμερικανική τιμή εξασφάλιζε μεγαλύτερο κέρδος, η εταιρεία θα είχε ήδη κίνητρο να την επιδιώξει.

Οι συγγραφείς διαχωρίζουν, ωστόσο, την απόφαση επένδυσης στην έρευνα από την απόφαση τιμολόγησης ενός ήδη ανεπτυγμένου φαρμάκου.

Τα αναμενόμενα συνολικά έσοδα επηρεάζουν την επιλογή ερευνητικών προγραμμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι, μετά την ανάπτυξη του προϊόντος, κάθε μείωση εσόδων σε μία χώρα μεταφέρεται μηχανικά ως αύξηση τιμής σε κάποια άλλη.

Η οργάνωση της αγοράς καθορίζει τις διαφορές

Κατά τους Vandenbroucke και Ghéquière, οι υψηλές αμερικανικές τιμές συνδέονται πρωτίστως με την οργάνωση της εγχώριας αγοράς.

Η ανάλυση αναδεικνύει τον κατακερματισμό των αγοραστών, τον τρόπο καθορισμού των αρχικών τιμών και την απουσία ενός ενιαίου συλλογικού μηχανισμού που να αξιολογεί τη θεραπευτική αξία πριν από την τιμολόγηση.

Αντίθετα, τα ευρωπαϊκά συστήματα χρησιμοποιούν σε διαφορετικό βαθμό συλλογική ασφάλιση, αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας και διαπραγμάτευση.

Οι συγγραφείς παρουσιάζουν τη διαφορά ως αποτέλεσμα διαφορετικών επιλογών πολιτικής υγείας. Δεν υποστηρίζουν ότι κάθε ευρωπαϊκή απόφαση είναι αποτελεσματική ή ότι κάθε ευρωπαϊκός προϋπολογισμός επαρκεί. Αμφισβητούν, όμως, τη χρήση της αμερικανικής τιμής ως αυτονόητου μέτρου για το πόσα οφείλει να πληρώνει η Ευρώπη.

Πώς η πολιτική MFN συνδέει τις δύο αγορές

Η σύνδεση μπορεί να δημιουργηθεί όταν μια κυβέρνηση χρησιμοποιεί τις τιμές άλλων χωρών για να καθορίσει τις δικές της.

Αυτός είναι ο πυρήνας της πολιτικής Most Favoured Nation — MFN, την οποία εξετάζει το κείμενο, όπου η αμερικανική τιμή συνδέεται με εκείνες που ισχύουν σε άλλες εύπορες χώρες.

Οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι μια τέτοια πολιτική αλλάζει τα κίνητρα της εταιρείας. Η αποδοχή χαμηλότερης τιμής σε μια μικρότερη ευρωπαϊκή αγορά μπορεί πλέον να μειώσει τα έσοδά της και στην πολύ μεγαλύτερη αμερικανική αγορά.

Έτσι, η εταιρεία αποκτά ισχυρότερο λόγο να απορρίψει μια χαμηλή ευρωπαϊκή τιμή. Η απειλή ενός ευρωπαϊκού αγοραστή ότι δεν θα αποζημιώσει το προϊόν μπορεί επίσης να χάσει μέρος της διαπραγματευτικής της ισχύος.

Τι δείχνει το μοντέλο για τις μικρότερες χώρες

Η ανάλυση επικαλείται οικονομικό υπόδειγμα των Dubois, Gandhi και Vasserman, του 2022. Στα σενάρια που εξετάζει, οι τιμές στη χώρα αναφοράς περίπου τριπλασιάζονται, ενώ οι αμερικανικές μειώνονται κατά 7,5% έως 15%.

Αυτά τα μεγέθη αποτελούν αποτελέσματα μοντελοποίησης υπό συγκεκριμένες παραδοχές. Δεν συνιστούν καταγεγραμμένες αυξήσεις ούτε πρόβλεψη ότι κάθε ευρωπαϊκή χώρα θα αντιμετωπίσει αντίστοιχη μεταβολή.

Το πολιτικό συμπέρασμα των συγγραφέων είναι ότι το βάρος μπορεί να κατανεμηθεί άνισα με σημαντική πίεση στις μικρότερες αγορές, με συγκριτικά περιορισμένο όφελος για την αμερικανική.

Για να δείξουν τη δημοσιονομική διάσταση, εφαρμόζουν παραμέτρους του υποδείγματος στο Βέλγιο. Υπολογίζουν πιθανή πρόσθετη ετήσια δαπάνη 1,6–1,9 δισ. ευρώ στο σχετικό τμήμα της αγοράς, ανάλογα με τη σύνθεση του καλαθιού αναφοράς. Και αυτός ο υπολογισμός είναι ενδεικτικό σενάριο, όχι πρόβλεψη του βελγικού προϋπολογισμού.

Η Ευρώπη συνεισφέρει στην καινοτομία — αλλά έχει πραγματικά κενά

Οι συγγραφείς απορρίπτουν την εικόνα μιας Ευρώπης που δεν χρηματοδοτεί τη φαρμακευτική ανάπτυξη.

Η συνεισφορά της, υποστηρίζουν, περιλαμβάνει τις πληρωμές για φάρμακα, τη δημόσια έρευνα, τα φορολογικά κίνητρα και την προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας.

Αναγνωρίζουν, πάντως, ότι οι ΗΠΑ υπερέχουν σημαντικά στη δημόσια χρηματοδότηση έρευνας υγείας. Με βάση τα στοιχεία που παραθέτουν για το 2022, οι σχετικοί κρατικοί προϋπολογισμοί αντιστοιχούσαν στο 0,19% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ, έναντι 0,07% στα 21 κράτη-μέλη της ΕΕ που συμμετέχουν στον ΟΟΣΑ.

Η σύγκριση έχει περιορισμούς. Τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τη γενική πανεπιστημιακή χρηματοδότηση που κατευθύνεται στη συνέχεια στην υγεία ούτε το μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών κινήτρων.

Το κείμενο, συνεπώς, δεν καταλήγει ότι η Ευρώπη επενδύει αρκετά. Ζητά ανεξάρτητη αξιολόγηση των αναγκών της, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι η σωστή απάντηση είναι η σύγκλιση προς τις αμερικανικές τιμές.

Το πρόβλημα ανάμεσα στην ανακάλυψη και την ανάπτυξη

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η ανάλυση στην έλλειψη κεφαλαίων και κλίμακας για τις ευρωπαϊκές εταιρείες βιοτεχνολογίας.

Με αναφορά σε ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παραθέτει χρηματοδότηση επιχειρηματικών κεφαλαίων στη βιοτεχνολογία υγείας περίπου 25 δισ. ευρώ στην ΕΕ, έναντι 219 δισ. ευρώ στις ΗΠΑ, από το 2015 έως τα μέσα του 2025.

Στην ίδια πηγή αποδίδει την καταγραφή ότι 66 από τις 67 ευρωπαϊκές εταιρείες βιοτεχνολογίας που εισήχθησαν στο χρηματιστήριο την προηγούμενη εξαετία επέλεξαν αγορά εκτός ΕΕ.

Παράλληλα, το μερίδιο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου στις εμπορικά χρηματοδοτούμενες κλινικές δοκιμές υποχώρησε, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, από 22% το 2013 σε 12% το 2023.

Οι αριθμοί δεν αποδεικνύουν ότι οι τιμές δεν παίζουν ρόλο. Κατά τους συγγραφείς, όμως, δείχνουν ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην τιμολόγηση: χρειάζεται χρηματοδότηση, ταχύτερη ανάπτυξη και λιγότερος κατακερματισμός της έρευνας.

Κοινή ευρωπαϊκή απάντηση και στοχευμένα κίνητρα

Οι Vandenbroucke και Ghéquière προτείνουν τρεις βασικές κατευθύνσεις.

Πρώτον, ζητούν κοινή ευρωπαϊκή υπεράσπιση της καθολικής πρόσβασης και της τεκμηριωμένης διαπραγμάτευσης τιμών απέναντι σε εμπορικές πιέσεις. Στο πλαίσιο αυτό εισηγούνται αξιοποίηση του ευρωπαϊκού εργαλείου κατά του οικονομικού εξαναγκασμού. Πρόκειται για δική τους πρόταση πολιτικής, όχι για απόφαση ενεργοποίησής του.

Δεύτερον, ζητούν ισχυρότερα χρηματοδοτικά εργαλεία ώστε οι ευρωπαϊκές ανακαλύψεις να εξελίσσονται σε θεραπείες και επιχειρήσεις που παραμένουν στην Ευρώπη.

Τρίτον, θεωρούν ότι τυχόν κίνητρα μέσω τιμών ή επιστροφών πρέπει να συνδέονται με συγκεκριμένη ερευνητική και παραγωγική δραστηριότητα στην ΕΕ.

Προειδοποιούν, ωστόσο, για τον κίνδυνο ανταγωνισμού μεταξύ κρατών. Οι μικρότερες χώρες δύσκολα μπορούν να προσφέρουν κίνητρα αντίστοιχα εκείνων των μεγαλύτερων αγορών. Γι’ αυτό προτείνουν κοινές ευρωπαϊκές προϋποθέσεις και αναγνώριση της δραστηριότητας μιας εταιρείας οπουδήποτε στην Ένωση.

Το ερώτημα που αφορά και την Ελλάδα

Για την ελληνική φαρμακευτική πολιτική, η ανάλυση προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο προβληματισμού, χωρίς να δίνει ειδική πρόβλεψη για τη χώρα.

Το ζητούμενο είναι πώς θα συνδυαστούν η πρόσβαση των ασθενών, η βιωσιμότητα της δημόσιας δαπάνης και τα κίνητρα για έρευνα και παραγωγή. Η γενική αύξηση τιμών δεν εξασφαλίζει από μόνη της επενδύσεις στην Ελλάδα. Αντίστοιχα, η συγκράτηση της δαπάνης δεν αρκεί αν συνοδεύεται από προβλήματα διαθεσιμότητας.

Το σημαντικότερο όριο της ανάλυσης είναι ταυτόχρονα και το βασικό της μήνυμα: δεν υπολογίζει μία «σωστή» ευρωπαϊκή τιμή. Υποστηρίζει ότι αυτή η συζήτηση πρέπει να ξεκινά από την αξία για τους ασθενείς, τις ανάγκες της έρευνας και τις διαθέσιμες δημόσιες δαπάνες — όχι από την παραδοχή ότι η αμερικανική αγορά προσφέρει το μοναδικό αποδεκτό πρότυπο.

Πηγή: Frank Vandenbroucke και Gloria Ghéquière, Does Europe Pay Too Little For Its Medicines?, Egmont Paper 142, Οκτώβριος 2026.

Πηγή: healthpharma.gr
Facebook
LinkedIn
X