Blog

Πιέσεις σε Γερμανία και Ευρώπη για τις τιμές φαρμάκων

Οι παγκόσμιες φαρμακευτικές εταιρείες, αντιμέτωπες με αυξανόμενη αντίσταση από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στο θέμα των τιμών φαρμάκων, φαίνεται να υιοθετούν μια τακτική που πρόσφατα απέδωσε στο Ηνωμένο Βασίλειο: την άσκηση πίεσης μέσω προειδοποιήσεων για απόσυρση επενδύσεων και αναβολή σχεδίων επέκτασης.

Το νέο πεδίο αντιπαράθεσης είναι η Γερμανία, όπου η κυβέρνηση εξετάζει νομοθετικές αλλαγές με στόχο τον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης. Η συζήτηση αυτή ενεργοποίησε άμεσες αντιδράσεις από μεγάλους παίκτες της φαρμακοβιομηχανίας, οι οποίοι συνδέουν πλέον ανοιχτά το επενδυτικό τους αποτύπωμα με το περιβάλλον τιμολόγησης.

Η στρατηγική θυμίζει όσα προηγήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εκεί, ο κλάδος πέτυχε σημαντική νίκη, όταν η βρετανική κυβέρνηση συμφώνησε να αυξήσει τη δαπάνη για φάρμακα, στο πλαίσιο ευρύτερης συμφωνίας με στόχο την αποφυγή δασμών που θα επέβαλλε η Ουάσιγκτον.

Η Γερμανία στο επίκεντρο της σύγκρουσης

Την περασμένη εβδομάδα, η Pfizer απέστειλε επιστολή στον Γερμανό καγκελάριο, προειδοποιώντας ότι οι επενδύσεις της στη Γερμανία βρίσκονται σε κίνδυνο λόγω της προτεινόμενης πολιτικής τιμολόγησης φαρμάκων.

Παράλληλα, η AstraZeneca προειδοποίησε ότι ενδέχεται να μην κυκλοφορήσει νέα φάρμακα στη γερμανική αγορά, αν οι σχεδιαζόμενες αλλαγές προχωρήσουν. Νωρίτερα τον Ιούνιο, η Eli Lilly ανακοίνωσε ότι θα μειώσει στο μισό σχεδιαζόμενη επένδυση ύψους 2,3 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 2,7 δισ. δολαρίων. Ακόμη και η γερμανική Boehringer Ingelheim δήλωσε ότι ακυρώνει σχέδια επέκτασης αξίας 900 εκατ. ευρώ, επικαλούμενη επίσης την προτεινόμενη νομοθεσία.

Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τεχνικές λεπτομέρειες τιμολόγησης. Αγγίζει πλέον τον πυρήνα της βιομηχανικής πολιτικής, των επενδύσεων και της ελκυστικότητας της Ευρώπης ως αγοράς για την καινοτομία.

Η κριτική για το βρετανικό προηγούμενο

Ο Diarmaid MacDonald, από τη βρετανική οργάνωση ασθενών Just Treatment, υποστήριξε ότι η φαρμακοβιομηχανία είναι ικανοποιημένη από τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποχώρησε μπροστά στην πίεση που άσκησε ο κλάδος.

Κατά τον ίδιο, οι εταιρείες θα ήθελαν να δουν και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ακολουθούν την ίδια πορεία παραχωρήσεων. Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την ανησυχία οργανώσεων ασθενών και αναλυτών ότι οι πολιτικές φαρμάκου μπορεί να διαμορφώνονται ολοένα περισσότερο υπό την απειλή απώλειας επενδύσεων.

Το υπουργείο Υγείας της Γερμανίας ανέφερε ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη καμία τελική απόφαση και απέφυγε να σχολιάσει περαιτέρω τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Η πρώτη γερμανική υποχώρηση

Η πίεση προς τη Γερμανία φαίνεται ήδη να έχει αποτέλεσμα. Τη Δευτέρα, κυβερνητική πηγή δήλωσε στο Reuters ότι το Βερολίνο θα αποσύρει μέρος του σχεδίου που είχε προκαλέσει αντιδράσεις στον κλάδο.

Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση φέρεται να εγκαταλείπει έναν μεταβλητό μηχανισμό έκπτωσης και να προσανατολίζεται σε σταθερό μοντέλο. Στόχος είναι να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις εκπτώσεις θα μπορούσε να πλήξει τις επενδύσεις.

Ωστόσο, πηγές της φαρμακοβιομηχανίας σημείωσαν ότι αυτή η αλλαγή μειώνει μεν την αβεβαιότητα, αλλά δεν απαντά στις ευρύτερες ανησυχίες για το γερμανικό περιβάλλον τιμολόγησης. Το νομοσχέδιο θα συζητηθεί στο γερμανικό κοινοβούλιο τους επόμενους μήνες και ενδέχεται να αλλάξει περαιτέρω.

Γιατί η βρετανική συμφωνία θεωρήθηκε θετική από τον κλάδο

Πηγές της φαρμακοβιομηχανίας ανέφεραν ότι η συμφωνία στο Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίστηκε θετικά όχι μόνο λόγω των αλλαγών στον τρόπο αποτίμησης και αποζημίωσης νέων φαρμάκων, αλλά και επειδή περιλάμβανε δεσμεύσεις για την καινοτομία και την πρόσβαση των ασθενών.

Ο Diederik Stadig, αναλυτής υγείας στην ING Bank, εκτίμησε ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες στη Γερμανία αντιδρούν περισσότερο αμυντικά και λιγότερο βάσει προσχεδιασμένης στρατηγικής, σε σχέση με όσα συνέβησαν στη Βρετανία. Παρ’ όλα αυτά, αναγνώρισε ότι οι δύο περιπτώσεις παρουσιάζουν ουσιαστικές ομοιότητες.

Όπως εξήγησε, η γερμανική κυβέρνηση πρότεινε μεταρρύθμιση στην τιμολόγηση και ο κλάδος απάντησε ότι το σχέδιο επηρεάζει την απόδοση των επενδύσεων. Με άλλα λόγια, οι φαρμακευτικές εταιρείες μεταφέρουν τη συζήτηση από το κόστος για τα ασφαλιστικά συστήματα στο κατά πόσο η Ευρώπη παραμένει ελκυστικός τόπος για έρευνα, παραγωγή και εμπορική διάθεση νέων θεραπειών.

Η Ευρώπη χάνει έδαφος απέναντι στις ΗΠΑ

Ο Stadig σημείωσε ότι οι δασμοί, η πολιτική τιμολόγησης στις ΗΠΑ, η άνοδος της Κίνας και η πολύ υψηλή εμπορική αξία της αμερικανικής αγοράς καθιστούν την Ευρώπη λιγότερο ελκυστική στην παρούσα συγκυρία.

Η φαρμακοβιομηχανία, όπως είπε, φροντίζει να κάνει την Ευρώπη απολύτως ενήμερη γι’ αυτή την πραγματικότητα. Η επισήμανση αυτή συμπυκνώνει τη νέα ισορροπία ισχύος: οι εταιρείες δεν συγκρίνουν πλέον μόνο τις τιμές ανά χώρα, αλλά αξιολογούν ολόκληρο το επιχειρηματικό περιβάλλον μεταξύ ΗΠΑ, Ευρώπης και Κίνας.

Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το πρόβλημα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά πρέπει να συγκρατήσουν τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη. Από την άλλη, δεν θέλουν να δουν επενδύσεις, νέες κλινικές μελέτες ή λανσαρίσματα καινοτόμων φαρμάκων να μετακινούνται προς άλλες αγορές.

Η ευρύτερη μάχη για τις τιμές φαρμάκων

Η γερμανική νομοθετική πρωτοβουλία, που στοχεύει στον περιορισμό της ταχείας αύξησης του κόστους στο σύστημα υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας, έφερε τη χώρα στο κέντρο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης μεταξύ φαρμακοβιομηχανίας και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Η σύγκρουση αυτή δεν ξεκίνησε στη Γερμανία. Τον Απρίλιο, στη Γαλλία, η εθνική αρχή υγείας κατηγόρησε φαρμακευτικές εταιρείες ότι ασκούν «καταναγκαστική πίεση» για να επηρεάσουν τις κλινικές αξιολογήσεις. Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, στις πιέσεις αυτές περιλαμβάνονταν ακόμη και απειλές απόσυρσης φαρμάκων από την αγορά.

Στην Ολλανδία, η HollandBio, η ένωση βιοτεχνολογικών εταιρειών της χώρας, ανέφερε ότι οι εταιρείες γίνονται πιο επιφυλακτικές ως προς την υποβολή αιτημάτων αποζημίωσης. Προειδοποίησε επίσης ότι η χώρα κινδυνεύει να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο στις λίστες προτεραιότητας για την κυκλοφορία νέων φαρμάκων.

Η πίεση από την πολιτική Trump στις ΗΠΑ

Η ένταση στην Ευρώπη έχει ενισχυθεί και από την πολιτική του προέδρου Donald Trump για την τιμολόγηση φαρμάκων στις ΗΠΑ. Η πρωτοβουλία «του πλέον ευνοούμενου κράτους» επιχειρεί να συνδέσει τις τιμές των συνταγογραφούμενων φαρμάκων στην αμερικανική αγορά με χαμηλότερες τιμές που ισχύουν σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και ευρωπαϊκές.

Η πολιτική αυτή μεταφέρει μέρος της πίεσης στην Ευρώπη. Αν οι ΗΠΑ επιδιώκουν χαμηλότερες τιμές με βάση τα ευρωπαϊκά επίπεδα, οι εταιρείες φοβούνται ότι η διατήρηση χαμηλών ευρωπαϊκών τιμών θα πλήξει ακόμη περισσότερο την παγκόσμια εμπορική τους στρατηγική.

Ήδη, μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες έχουν συνάψει συμφωνίες με τον Λευκό Οίκο για μείωση του κόστους φαρμάκων, με αντάλλαγμα εξαιρέσεις από δασμούς. Αυτό ενισχύει την πίεση να αυξηθούν οι τιμές ή να βελτιωθούν οι όροι αποζημίωσης σε άλλες αγορές.

Οι ανησυχίες για την ισχύ της φαρμακοβιομηχανίας

Η μερική υποχώρηση της Γερμανίας αντιμετωπίστηκε από ορισμένους επικριτές ως ανησυχητική ένδειξη της διαπραγματευτικής ισχύος που διαθέτει η φαρμακοβιομηχανία.

Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι χωρίς μέσα πίεσης. Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη είναι λιγότερο κερδοφόρα αγορά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, παραμένει σημαντική για τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, τόσο σε επίπεδο όγκου ασθενών όσο και σε επίπεδο ρυθμιστικής αξιοπιστίας.

Η Sally Gainsbury, αναλύτρια στο Nuffield Trust, σημείωσε ότι η Αμερική δεν είναι η μόνη αγορά στον κόσμο. Παράλληλα, όμως, πρόσθεσε ότι η συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου-ΗΠΑ για τις τιμές φαρμάκων αποτελεί προειδοποίηση για την Ευρώπη.

Κατά την ίδια, η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι ότι το λεγόμενο «βρετανικό μοντέλο» σημαίνει πως τα συστήματα υγείας θα δαπανούν περισσότερα, χωρίς απαραίτητα να εξασφαλίζουν αντίστοιχο όφελος υγείας για τους πληθυσμούς τους.

Πηγή: healthpharma.gr
Facebook
LinkedIn
X