Blog
Blog
Γιατί τα φάρμακα απώλειας βάρους δεν είναι αποτελεσματικά σε όλους

Τα ενέσιμα φάρμακα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας έχουν αλλάξει σημαντικά το θεραπευτικό τοπίο, καθώς δραστικές ουσίες όπως η σεμαγλουτίδη μπορούν να οδηγήσουν, κατά μέσο όρο, σε απώλεια έως και 15% του σωματικού βάρους. Ωστόσο, η ανταπόκριση δεν είναι ίδια σε όλους τους ασθενείς.
Η σεμαγλουτίδη ανήκει στους αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 και μιμείται τη δράση μιας φυσικής ορμόνης του εντέρου που εκκρίνεται μετά την κατανάλωση τροφής. Η ορμόνη αυτή ενισχύει την έκκριση ινσουλίνης, επιβραδύνει την κένωση του στομάχου και δρα στα κέντρα πείνας του εγκεφάλου, μειώνοντας την όρεξη και αυξάνοντας το αίσθημα κορεσμού.
Παρά την υψηλή αποτελεσματικότητα της κατηγορίας, ένα ποσοστό ασθενών χαρακτηρίζεται ως «μη ανταποκρινόμενο». Πρόκειται συνήθως για άτομα που χάνουν λιγότερο από το 5% του αρχικού σωματικού τους βάρους ύστερα από περίπου έξι μήνες θεραπείας στη μέγιστη ανεκτή δόση. Μελέτες εκτιμούν ότι σε αυτή την κατηγορία μπορεί να ανήκει το 10% έως 30% των ασθενών.
Ένας βασικός παράγοντας είναι η μη ορθή ή μη συνεχής λήψη της αγωγής. Σημαντικό ποσοστό ασθενών διακόπτει τη θεραπεία κατά το πρώτο έτος ή χρησιμοποιεί χαμηλότερες δόσεις από τις συνιστώμενες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες, το κόστος, η περιορισμένη διαθεσιμότητα και οι λανθασμένες προσδοκίες μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη συμμόρφωση.
Η μεταβολική κατάσταση του ασθενούς παίζει επίσης ρόλο. Η έντονη αντίσταση στην ινσουλίνη ενδέχεται να περιορίσει τη δράση της σεμαγλουτίδης, ενώ ο ανεπαρκής ύπνος μπορεί να επηρεάσει τη φυσιολογική έκκριση GLP-1 και τη ρύθμιση της όρεξης. Παράλληλα, φάρμακα όπως τα κορτικοστεροειδή και ορισμένα ψυχοτρόπα, συμπεριλαμβανομένων κάποιων αντικαταθλιπτικών, μπορεί να προκαλούν αύξηση βάρους και να μειώνουν το συνολικό θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Διαφορές παρατηρούνται και ανάλογα με το φύλο. Αναλύσεις κλινικών μελετών δείχνουν ότι οι γυναίκες εμφανίζουν συχνά μεγαλύτερη απώλεια βάρους από τους άνδρες. Πιθανή εξήγηση αποτελεί η επίδραση των οιστρογόνων, τα οποία βελτιώνουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη και ενδέχεται να ενισχύουν την έκκριση GLP-1.
Η γενετική προδιάθεση φαίνεται επίσης να επηρεάζει την ανταπόκριση. Παραλλαγές σε γονίδια που σχετίζονται με τη δράση του GLP-1, όπως τα PAM, GLP-1R και GIPR, έχουν συσχετιστεί με μειωμένη αποτελεσματικότητα, υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος και διαφορετικό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών.
Σημαντική είναι και η αιτία που οδηγεί στην υπερκατανάλωση τροφής. Σε άτομα με συναισθηματική υπερφαγία, η φαρμακευτική καταστολή της όρεξης δεν αντιμετωπίζει απαραίτητα το άγχος, την κατάθλιψη ή τις συμπεριφορικές αιτίες που οδηγούν στην πρόσληψη τροφής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά.
Αντίστοιχα, η αύξηση της πρόσληψης πρωτεΐνης και φυτικών ινών μπορεί να ενισχύσει το αίσθημα κορεσμού, ενώ η προπόνηση με αντιστάσεις μπορεί να αυξήσει τον βασικό μεταβολικό ρυθμό. Σε ορισμένους ασθενείς ενδέχεται να εξεταστεί η χρήση διπλών αγωνιστών, όπως η τιρζεπατίδη, η οποία δρα τόσο στους υποδοχείς GLP-1 όσο και GIP.
Ο φαρμακοποιός μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην ορθή χρήση, στην παρακολούθηση της συμμόρφωσης, στη διαχείριση των ανεπιθύμητων ενεργειών και στην παραπομπή του ασθενούς στον θεράποντα ιατρό όταν η ανταπόκριση είναι ανεπαρκής.
Πηγή: pharmamanage.gr
