Blog

Πίεση από τις εταιρίες προς την κυβέρνηση για το νοσοκομειακό clawback

“Η κατάσταση είναι μη βιώσιμη, με τo clawback να φτάνει στα επίπεδα του 76% και θα πρέπει η κυβέρνηση να περιμένει και νέες αποσύρσεις”.

Το μήνυμα της φαρμακοβιομηχανίας (πολυεθνικών και αντιπροσώπων) προς την Πολιτεία και το Υπουργείο Υγείας είναι σαφές και μη αναστρέψιμο, αν δεν ληφθούν άμεσα βιώσιμες και επαρκείς λύσεις οικονομικής στήριξης του προϋπολογισμού για το φάρμακο και συνάμα δεν δοθούν αληθινά φορολογικά κίνητρα για την παραμονή των εταιρειών στην αγορά.

Αν και ψηφίζονται αποφάσεις καίριας σημασίας, η υλοποίησή τους χωλαίνει. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η επικαιροποίηση της λίστας των βιοδεικτών, η οποία αν και συντελέστηκε πέρυσι, ακόμη οι νέοι βιοδείκτες δεν αποζημιώνονται καθώς δεν έχουν προσαρμοστεί τα συστήματα.

Επίσης, η σύσταση του Ταμείου Καινοτομίας αν και βρίσκεται προς τη σωστή κατεύθυνση, οι εταιρείες κρατούν και μικρό καλάθι  αλλά και επιφυλάξεις στον πως τελικά αυτό θα λειτουργήσει.

Για παράδειγμα αυτό το Ταμείο θα  ακολουθήσει τις ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές για συμφωνίες ελεγχόμενης εισόδου (Managed Entry Agreements) στις οποίες δεν έχουν θέση οι υποχρεωτικές εκπτώσεις βάσει όγκου, καθώς και τι θα γίνει μετά την έξοδο ενός σκευάσματος από το Ταμείο Καινοτομίας και την είσοδό του στη Θετική Λίστα;

Δηλαδή θα διασφαλίζεται:  η προσθήκη της αντίστοιχης χρηματοδότησης στον προϋπολογισμό του αντίστοιχου καναλιού στο οποίο εντάσσεται;

Μολονότι ομολογουμένως κανείς δεν αμφισβητεί τα βήματα βελτίωσης που έχουν γίνει στην Υγεία τα τελευταία χρόνια, το φάρμακο εξακολουθεί να παραμένει στο περιθώριο και καταστροφικά επιβαρυμένο από το clawback. Για του λόγου το αληθές:

  • Στην ιδιωτική αγορά – την πιο μεγάλη και αντιπροσωπευτική του φαρμακευτικού τοπίου – οι επιστροφές (rebates και clawbacks) αυξήθηκαν από 35% το 2023 σε 39% το 2024. Μάλιστα, αυτό το 39% είναι υπολογισμένο επί της φαρμακευτικής δαπάνης και όχι επί του πραγματικού τζίρου που εισπράττουν οι εταιρείες, ο οποίος είναι χαμηλότερος. Αν μετρούσαμε επί των πραγματικών εισπράξεων, οι επιπτώσεις ξεπερνούν το 40%. Δύσκολο να θεωρηθεί “μείωση”.
  • Στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ, η εικόνα είναι επίσης ανoδική: από 61% το 2023 φτάσαμε στο 63% το 2024. Μια “μικρή” αύξηση 2 μονάδων, που όμως, σε όρους πραγματικής επιβάρυνσης, σημαίνει εκατοντάδες εκατομμύρια επιπλέον υποχρεωτικές επιστροφές.
  • Tο μόνο κανάλι που φαίνεται να “ανασαίνει” είναι τα δημόσια νοσοκομεία, όπου το clawback μειώθηκε από 81% σε 76%. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για πρόοδο – αν δεν γνώριζε πως η μείωση αυτή συνέπεσε με αύξηση του νοσοκομειακού προϋπολογισμού κατά 140 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, δώσαμε παραπάνω χρήματα και πετύχαμε…μικρότερο ποσοστό επιστροφής. Το αποτέλεσμα, πάντως, παραμένει εντυπωσιακό: 76% clawback. Δηλαδή, για κάθε ευρώ που τιμολογεί μια εταιρεία, κρατά περίπου 24 λεπτά.

Ετσι, η φαρμακευτική αγορά στην Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό σημαντική πίεση, καθώς η δημόσια χρηματοδότηση αυξάνεται με σαφώς χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με τη συνολική φαρμακευτική δαπάνη (3,65% έναντι 10,9% την περίοδο 2019–2024). Η τακτική αυτή οδηγεί σε συνεχή και δυσανάλογη αύξηση κατά 20% ετησίως των υποχρεωτικών επιστροφών – ‘έχουν ξεπεράσει πλέον το 58% κατά μέσο όρο.

Σήμερα, μόλις ένα στα πέντε νέα καινοτόμα φάρμακα καθίσταται διαθέσιμο στη χώρα, ενώ η υπέρμετρη επιβάρυνση του κλάδου λειτουργεί αποτρεπτικά για την καινοτομία. Η Ελλάδα είναι η χώρα με τις χαμηλότερες τιμές πρωτοτύπων φαρμάκων σε συνδυασμό με τις υψηλότερες επιστροφές στην Ευρώπη.

Οπως υποστηρίζεται, η απουσία ελέγχου της συνταγογράφησης και η έλλειψη ρήτρας συνυπευθυνότητας περιορίζουν τα κίνητρα για την αποτελεσματική συγκράτηση της δαπάνης. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις (Μελέτη Deloitte), η συνολική φαρμακευτική δαπάνη ενδέχεται να φτάσει τα €10,5 δισ. έως το 2028, με περαιτέρω σημαντική αύξηση των επιστροφών από τη βιομηχανία, εφόσον δεν υπάρξει αναθεώρηση της χρηματοδοτικής πολιτικής.

Η δυσαρέσκεια όμως δεν αφορά μόνο το clawback

Οι δυσκολίες μπορεί να ξεκινούν από το δυσθεώρητο clawback, όμως δεν ολοκληρώνονται μόνο με αυτό, τονίζουν παράγοντες της αγοράς. Και εξηγούν, ένα σημαντικό θέμα είναι οι καθυστερήσεις στην ένταξη των νέων σκευασμάτων στην αγορά. Όπως μας έλεγε χαρακτηριστικά στέλεχος εταιρείας, κατέθεσε αίτημα ένταξης φαρμάκου πέρυσι τον Ιούνιο (2025) και πήρε τιμή τον Μάρτιο (2026) 

Και σε όλα αυτά, στις 27/3/2026 έφτασε επιστολή από την Επιτροπή Αξιολόγησης και Αποζημίωσης Φαρμάκων στο Θεσμικό όργανο του κλάδου που έλεγε ότι: 

“Δεδομένου ότι δεν υπάρχει ενεργή σύσταση Επιτροπής Αξιολόγησης (έχει λήξει το ΦΕΚ που ορίζει τα μέλη και την Γραμματεία), παρακαλούμε να μη στέλνετε αιτήσεις καθώς δεν μπορούν να ανατεθούν σε μέλη και εξωτερικούς αξιολογητές, συνεπώς δεν μπορούν να αξιολογηθούν. Επίσης σας ενημερώνουμε ότι για τις αιτήσεις που κατατέθηκαν από 13/2/2026 και μετά, καθώς και όσες εκκρεμούσαν ως τότε προς αξιολόγηση , καμία δεν μπορεί να αξιολογηθεί ή να διαβιβαστεί στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης (ανεξαρτήτως νομικής βάσης), λόγω της μη σύστασης της Επιτροπής Αξιολόγησης. “

Άρα το συμπέρασμα είναι ότι χρειάζεται -καθώς πια είναι επιτακτική ανάγκη για να αποφευχθούν τα χειρότερα- ένα γενικό restart στη φαρμακευτική πολιτική που ακολουθείται στην Ελλάδα με ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης και ταυτόχρονη βελτίωση της αποδοτικότητας των πόρων, θέσπιση ανώτατου ορίου (cap) στις υποχρεωτικές επιστροφές (clawback) και υιοθέτηση πλαισίου συνυπευθυνότητας μεταξύ Πολιτείας και φαρμακοβιομηχανίας όπως ισχύει σε πλείστες άλλες χώρες της Ευρώπης.

Πηγή: iatronet.gr
Facebook
LinkedIn
X