Blog

Καρκίνος παγκρέατος: Το «άπιαστο» RAS γίνεται θεραπευτικός στόχος

Μία από τις δυσκολότερες κακοήθειες αρχίζει να αποκτά νέες θεραπευτικές επιλογές. Η πρώτη έγκριση του daraxonrasib για μεταστατικό παγκρεατικό αδενοκαρκίνωμα, η εντατικοποίηση της τοπικής θεραπείας και οι πειραματικοί συνδυασμοί ακτινοθεραπείας, χημειοθεραπείας και ανοσοθεραπείας σηματοδοτούν μια σταδιακή στροφή προς περισσότερο μοριακά καθοδηγούμενη αντιμετώπιση.
Μία από τις δυσκολότερες κακοήθειες αρχίζει να αποκτά νέες θεραπευτικές επιλογές. Η πρώτη έγκριση του daraxonrasib για μεταστατικό παγκρεατικό αδενοκαρκίνωμα
Ο καρκίνος του παγκρέατος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της σύγχρονης Ογκολογίας. Η επιθετική βιολογία του, η συχνά καθυστερημένη διάγνωση και οι σχετικά περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές συνδέονται με δυσμενή πρόγνωση, ιδιαίτερα όταν η νόσος έχει ήδη γίνει μεταστατική.
Νεότερα δεδομένα, ωστόσο, δείχνουν ότι το θεραπευτικό τοπίο αρχίζει σταδιακά να μεταβάλλεται. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η δυνατότητα άμεσης στόχευσης του RAS, ενός από τα σημαντικότερα μοριακά «μοτέρ» του παγκρεατικού αδενοκαρκινώματος, αλλά και η προσπάθεια καλύτερης αξιοποίησης της ακτινοθεραπείας και της ανοσοθεραπείας.
Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δρ. Μαρία Καπαρέλου, Παθολόγος–Ογκολόγος, και Θάνος Δημόπουλος, Καθηγητής Θεραπευτικής–Ογκολογίας–Αιματολογίας και Διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής, επισημαίνουν ότι οι εξελίξεις αυτές διαμορφώνουν σταδιακά ένα διαφορετικό μοντέλο αντιμετώπισης μιας νόσου η οποία για πολλά χρόνια βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στη χημειοθεραπεία.
Daraxonrasib: Για πρώτη φορά άμεση στόχευση του RAS
Η σημαντικότερη πρόσφατη εξέλιξη αφορά το daraxonrasib (Rasonque), έναν από του στόματος αναστολέα της οικογένειας RAS που στοχεύει την ενεργοποιημένη μορφή της πρωτεΐνης.
Η σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη, καθώς μεταλλάξεις στο RAS –κυρίως στο KRAS– ανιχνεύονται στη συντριπτική πλειονότητα των παγκρεατικών αδενοκαρκινωμάτων. Για δεκαετίες, όμως, το RAS θεωρούνταν ουσιαστικά ένας «μη φαρμακοποιήσιμος» στόχος.
Στις 26 Αυγούστου 2026, ο FDA ενέκρινε το daraxonrasib για ενήλικες με μεταστατικό αδενοκαρκίνωμα παγκρέατος που έχουν λάβει τουλάχιστον μία προηγούμενη συστηματική θεραπεία ή δεν είναι υποψήφιοι για θεραπεία με πολλαπλούς συστηματικούς παράγοντες.
Η έγκριση βασίστηκε στη μελέτη RASolute 302, μία τυχαιοποιημένη μελέτη 500 ασθενών, στην οποία το daraxonrasib συγκρίθηκε με χημειοθεραπεία επιλογής του θεράποντος ιατρού.
Στο σύνολο του πληθυσμού της μελέτης, η διάμεση συνολική επιβίωση έφθασε τους 13,2 μήνες με daraxonrasib έναντι 6,7 μηνών με τη συμβατική χημειοθεραπεία, ενώ η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 7,2 έναντι 3,6 μηνών. Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης ήταν 30% έναντι 11%, αντίστοιχα.
Η European Society for Medical Oncology (ESMO) είχε ήδη εκδώσει τον Αύγουστο ειδική επικαιροποίηση των κατευθυντήριων οδηγιών της, συστήνοντας daraxonrasib μετά από αποτυχία χημειοθεραπείας σε ασθενείς με RAS G12-mutated όγκους και καλή λειτουργική κατάσταση, ECOG 0–1. Παράλληλα, συστήνει πλέον μοριακό έλεγχο κατά τη διάγνωση όλων των ανεγχείρητων παγκρεατικών αδενοκαρκινωμάτων για την ανίχνευση θεραπευτικά αξιοποιήσιμων μεταλλάξεων.
Για τους Ευρωπαίους ασθενείς χρειάζεται πάντως μια σημαντική διευκρίνιση: το daraxonrasib έχει λάβει orphan designation από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με άδεια κυκλοφορίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο συμβολισμό για την Ογκολογία: ένας μοριακός μηχανισμός που επί δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν απρόσιτος θεραπευτικά μετατρέπεται πλέον σε συγκεκριμένο θεραπευτικό στόχο.
Ακτινοθεραπεία υψηλής έντασης και προσπάθεια μετατροπής ανεγχείρητων όγκων σε χειρουργήσιμους
Σημαντικό ερευνητικό ενδιαφέρον καταγράφεται και στον τοπικά προχωρημένο, ανεγχείρητο καρκίνο του παγκρέατος.
Η μελέτη φάσης ΙΙ MAIBE εξέτασε τη χρήση υποκλασματοποιημένης αφαιρετικής ακτινοθεραπείας σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη σε ασθενείς των οποίων οι όγκοι παρέμεναν ανεγχείρητοι μετά την αρχική συστηματική θεραπεία, κυρίως λόγω εμπλοκής μεγάλων αγγείων.
Σε 48 ασθενείς, η διετής συνολική επιβίωση έφθασε το 38%. Μεταξύ των ασθενών που τελικά μπόρεσαν να υποβληθούν σε χειρουργική εξαίρεση, το αντίστοιχο ποσοστό έφθασε το 54%. Συνολικά 13 από τους 48 ασθενείς υποβλήθηκαν τελικά σε εκτομή του όγκου.
Παράλληλα, η τοπική εξέλιξη της νόσου παρέμεινε σχετικά περιορισμένη στα δύο χρόνια, περίπου στο 11% στους μη χειρουργημένους και 15% στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε επέμβαση.
Το αποτέλεσμα αυτό συνοδεύτηκε, ωστόσο, από σημαντική τοξικότητα, στοιχείο που επιβάλλει προσεκτική επιλογή ασθενών και εφαρμογή τέτοιων τεχνικών σε εξειδικευμένα κέντρα. Τα δημοσιευμένα αποτελέσματα της MAIBE καταγράφουν όψιμες, πιθανώς σχετιζόμενες με την ακτινοθεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού ≥3 σε 26 συμμετέχοντες.
Ταυτόχρονα διερευνάται εάν η στερεοτακτική ακτινοθεραπεία σώματος (SBRT) μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα συνδυασμών χημειοθεραπείας και ανοσοθεραπείας.
Σε πρόσφατη μελέτη φάσης ΙΙ συμμετείχαν 22 ασθενείς με οριακά εξαιρέσιμο ή τοπικά προχωρημένο καρκίνο του παγκρέατος. Οι ασθενείς έλαβαν nab-paclitaxel και gemcitabine μαζί με τον αναστολέα PD-1 camrelizumab, με ή χωρίς προηγούμενη SBRT.
Έξι ασθενείς οδηγήθηκαν τελικά στο χειρουργείο και και στους έξι επιτεύχθηκε R0 εκτομή, δηλαδή πλήρης αφαίρεση του όγκου χωρίς μικροσκοπικά υπολειπόμενη νόσο στα χειρουργικά όρια.
Η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη ήταν 12,5 μήνες στην ομάδα που έλαβε SBRT έναντι 6,6 μηνών στην ομάδα χωρίς SBRT. Η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 20,8 έναντι 13,9 μηνών, διαφορά όμως που δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Με μόλις 22 ασθενείς και μη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό, τα δεδομένα θεωρούνται διερευνητικά και δεν επαρκούν για αλλαγή της καθιερωμένης πρακτικής. Δείχνουν, ωστόσο, ότι ο συνδυασμός τοπικής και συστηματικής θεραπείας αποτελεί ενεργό πεδίο έρευνας.
Η εξατομίκευση δεν λειτουργεί το ίδιο σε κάθε μοριακό στόχο
Η πρόοδος στον καρκίνο του παγκρέατος δεν αφορά μόνο τις θετικές μελέτες. Εξίσου σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται έγκαιρα προσεγγίσεις που δεν προσφέρουν το αναμενόμενο κλινικό όφελος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το trastuzumab deruxtecan, ένα antibody-drug conjugate που έχει καταγράψει σημαντική αποτελεσματικότητα σε άλλους HER2-εκφράζοντες καρκίνους.
Στη μελέτη DESTINY-PanTumor02, 25 ασθενείς με HER2-εκφράζοντα νεοπλάσματα του παγκρέατος εντάχθηκαν στην αντίστοιχη κοόρτη. Σύμφωνα με ανεξάρτητη κεντρική αξιολόγηση, το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης ήταν 12%, ενώ η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη ήταν μόλις 3,2 μήνες. Η χαμηλή δραστικότητα οδήγησε στο πρόωρο κλείσιμο της κοόρτης βάσει προκαθορισμένου κριτηρίου ματαιότητας.
Το παράδειγμα αναδεικνύει ένα θεμελιώδες ζήτημα της ογκολογίας ακριβείας: η ύπαρξη ενός μοριακού στόχου δεν εγγυάται από μόνη της ότι μία θεραπεία θα λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο σε κάθε τύπο καρκίνου.
Η βιολογία του παγκρεατικού καρκίνου, το μικροπεριβάλλον του όγκου και οι μηχανισμοί αντίστασης μπορούν να διαφοροποιήσουν ουσιαστικά την ανταπόκριση.
Η χημειοθεραπεία, επομένως, εξακολουθεί να αποτελεί βασικό κορμό θεραπείας για μεγάλο μέρος των ασθενών. Αυτό που αλλάζει είναι ότι γύρω από αυτόν τον κορμό αρχίζουν να προστίθενται περισσότερο στοχευμένες επιλογές, βασισμένες στο μοριακό προφίλ του όγκου, στην έκταση της νόσου και στη γενική κατάσταση του ασθενούς.
Η στόχευση του RAS αποτελεί μέχρι στιγμής το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της μετάβασης.
Σε μία κακοήθεια όπου η θεραπευτική πρόοδος υπήρξε ιστορικά αργή, τα νέα δεδομένα δεν σημαίνουν ότι ο καρκίνος του παγκρέατος έχει μετατραπεί σε εύκολα αντιμετωπίσιμη νόσο. Δείχνουν όμως ότι η Ογκολογία αρχίζει να διαθέτει περισσότερους τρόπους για να διαχωρίζει βιολογικά τους ασθενείς και να επιλέγει θεραπεία με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Και αυτή η μετάβαση από την προσέγγιση «μία θεραπεία για όλους» προς μία πραγματικά μοριακά καθοδηγούμενη στρατηγική μπορεί να αποδειχθεί η σημαντικότερη αλλαγή των επόμενων ετών.

Πηγή: healthpharma.gr
Facebook
LinkedIn
X