Blog

Η υγεία είναι επένδυση – Η καινοτομία πρέπει να φτάνει στον ασθενή

Η επένδυση στην υγεία δεν αποτελεί μόνο δαπάνη, αλλά δημιουργεί κοινωνική και οικονομική αξία. Η κυρία Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη, Α’ Αντιπρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου και Πρόεδρος της Επιτροπής Φαρμακευτικών Εταιρειών, μιλά στο ygeiamou.gr για τις επιλογές που έχει η χώρα, τον διεθνή ανταγωνισμό για τις φαρμακευτικές επενδύσεις και το κόστος της αποεπένδυσης στην καινοτομία
Η επένδυση στην υγεία αποδίδει στην κοινωνία και στην οικονομία. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του WifOR Institute για την EFPIA, η επένδυση σε καινοτόμα φάρμακα στην Ελλάδα συνδέθηκε με κοινωνικά και οικονομικά οφέλη περίπου έξι φορές μεγαλύτερα από την πρόσθετη δαπάνη που εξετάστηκε. Λιγότερες νοσηλείες, περισσότερα χρόνια ζωής και μεγαλύτερη παραγωγικότητα δίνουν μετρήσιμο περιεχόμενο στη φράση «Health is Wealth». Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα του φετινού HealthWorld, όπως επισημαίνει μιλώντας στο ygeiamou.gr η κυρία Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη, Α’ Αντιπρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, Πρόεδρος της Επιτροπής Φαρμακευτικών Εταιρειών του Επιμελητηρίου και Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της AbbVie Ελλάδας, Κύπρου και Μάλτας. «Το ερώτημα μετά το συνέδριο είναι ποιες αποφάσεις θα πάρουμε. Η τεχνολογία μάς επιτρέπει να γνωρίζουμε καλύτερα τις ανάγκες των ασθενών και να αξιολογούμε τα αποτελέσματα της φροντίδας. Η καινοτομία αλλάζει την αντιμετώπιση σοβαρών παθήσεων. Χρειαζόμαστε πολιτικές που θα μετατρέπουν αυτές τις δυνατότητες σε όφελος για τον ασθενή και τη χώρα», τονίζει.
Η καινοτομία ως επιλογή ανάπτυξης
Το παράδειγμα του Ισραήλ, που συζητήθηκε στο HealthWorld, δείχνει κατά την κυρία Μπαρμπετάκη τι σημαίνει να επιλέγει μια χώρα τη θεραπευτική καινοτομία ως μοχλό ανάπτυξης. «Η επένδυση στην έρευνα, στα δεδομένα, στην τεχνολογία και στους ανθρώπους δεν προέκυψε τυχαία. Αποτέλεσε στρατηγική επιλογή με συνέχεια. Η Ελλάδα έχει διαφορετικές συνθήκες, αλλά βρίσκεται μπροστά στην ίδια βασική απόφαση: θα επιλέξει να επενδύσει στην έρευνα και ανάπτυξη θεραπευτικής καινοτομίας που αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να συμμετέχει στην πρόοδο της ιατρικής ή θα την αποπροτεραιοποιήσει, περιορίζοντας τη φιλοδοξία της στην παραγωγή φαρμάκων που έχουν αναπτυχθεί δεκαετίες πριν;» θέτει το ερώτημα.
Ποιοι Ευρωπαίοι περιμένουν τρία χρόνια για νέα φάρμακα και ποιοι 56 ημέρες – Η κατάσταση στην Ελλάδα
Νέα ευρωπαϊκή συμφωνία για τα κρίσιμα φάρμακα – Τι προβλέπει
5 νοσοκομεία του ΕΣΥ «πρωταγωνιστούν» στις κλινικές μελέτες – Δείτε ποια
Η απόφαση αυτή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς εντείνεται ο διεθνής ανταγωνισμός για φαρμακευτικές επενδύσεις. Η ανοιχτή επιστολή εννέα προέδρων μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών προειδοποιεί ότι η Ευρώπη χάνει έδαφος στην έρευνα και στις κλινικές μελέτες. Ζητά από τις εθνικές κυβερνήσεις να ενισχύσουν τη χρηματοδότηση της υγείας και των νέων θεραπειών, να επιταχύνουν την αξιολόγηση και την πρόσβαση των ασθενών σε αυτές και να αναγνωρίζουν, όταν αποφασίζουν για την αποζημίωσή τους, το συνολικό όφελος για τον ασθενή, το σύστημα υγείας και την οικονομία.
«Οι εξελίξεις γύρω από την αμερικανική πολιτική Most Favored Nation, το MFN, κάνουν ακόμη πιο επίκαιρο αυτό που επισημαίναμε εδώ και καιρό και αναλύσαμε στο HealthWorld: οι αποφάσεις για την τιμολόγηση και τη χρηματοδότηση των φαρμάκων επηρεάζουν τη θέση κάθε χώρας στον ανταγωνισμό για την καινοτομία. Οι επενδύσεις κατευθύνονται εκεί όπου υπάρχει προοπτική για την έρευνα και για την πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες. Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα: πόσες κλινικές μελέτες θα γίνουν εδώ, πόσοι ασθενείς θα αποκτήσουν έγκαιρη πρόσβαση και πόσοι επιστήμονες θα μπορέσουν να χτίσουν τη σταδιοδρομία τους στη χώρα», λέει η κυρία Μπαρμπετάκη.
Παραγωγή και πρόσβαση χρειάζονται διακριτές επιλογές
Η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της στη φαρμακευτική παραγωγή, ενώ τα βιοομοειδή προβάλλονται ως προτεραιότητα ενόψει της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ το 2027. Η κυρία Μπαρμπετάκη ζητά η συζήτηση αυτή να συμπεριλάβει εξίσου καθαρά την πρόσβαση στις νέες θεραπείες. «Θέλουμε να παράγονται περισσότερα φάρμακα στην Ελλάδα. Θέλουμε όμως και ο ασθενής εδώ να μπορεί να λάβει τις καινοτόμες θεραπείες που αναπτύσσονται σήμερα και αλλάζουν ζωές. Αν η κυβέρνηση εστιάσει μόνο στη χρηματοδότηση της παραγωγής και των εργοστασίων, θα έχει χάσει τη μεγάλη εικόνα: θα έχει σχεδιάσει πολιτική για τη βιομηχανία, χωρίς να έχει εξασφαλίσει αντίστοιχη πολιτική για την υγεία. Η παραγωγή γενοσήμων και βιοομοειδών μπορεί να δημιουργεί θέσεις εργασίας και να συμβάλλει στην επάρκεια φαρμάκων. Δεν απαντά όμως στο πώς θα φτάνουν στους ασθενείς στην Ελλάδα οι νέες καινοτόμες θεραπείες. Η στήριξη ενός εργοστασίου και η χρηματοδότηση της θεραπείας ενός ασθενούς υπηρετούν διαφορετικούς στόχους. Χρειάζονται διακριτούς πόρους και λογοδοσία. Αν διεκδικούν τον ίδιο ανεπαρκή προϋπολογισμό, η καινοτομία θα υποχωρεί κάθε φορά που επιλέγουμε να ενισχύσουμε την παραγωγή. Μπορούμε να στηρίξουμε και τις δύο, αρκεί να το αποφασίσουμε και να το χρηματοδοτήσουμε».
Σε αυτό το σημείο, προσθέτει, αποκτά σημασία και η επένδυση στους ανθρώπους που καλούνται να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν αυτές τις επιλογές: «Τα δύο νέα εκπαιδευτικά προγράμματα από το Harvard που σχεδιάζει το Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο για τα μέλη του εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια. Θέλουμε στελέχη που μπορούν να συνδέουν την επιστήμη με την πολιτική υγείας, να αξιολογούν την αξία μιας παρέμβασης και να συνεργάζονται για λύσεις με αποτέλεσμα. Η γνώση και η ηγεσία είναι απαραίτητες για να περάσουμε από τις διαπιστώσεις στις αποφάσεις».
«Η αποεπένδυση είναι εδώ»
Για την κυρία Μπαρμπετάκη, η αποεπένδυση δεν αρχίζει τη στιγμή που μια εταιρεία κλείνει τα γραφεία της. Αποτυπώνεται και στις δραστηριότητες, στους ανθρώπους και στις αποφάσεις που μεταφέρονται εκτός Ελλάδας. «Ακούμε συχνά ότι “καμία εταιρεία δεν έφυγε”. Αυτό δεν απαντά στο πρόβλημα. Μια εταιρεία μπορεί να συνεχίζει να πουλά τα υπάρχοντα προϊόντα της στην Ελλάδα, ενώ μεταφέρει αλλού τη διοίκηση, επιστημονικές λειτουργίες και επενδυτικές αποφάσεις. Η επωνυμία παραμένει, αλλά η δυνατότητα της χώρας να διεκδικεί έρευνα, νέες θεραπείες και θέσεις υψηλής εξειδίκευσης συρρικνώνεται. Για κάθε οργανωτική αλλαγή πρέπει να εξετάζουμε τι πραγματικά μένει εδώ. Η συρρίκνωση, όμως, συμβαίνει σήμερα και δεν αντιμετωπίζεται με τη διαπίστωση ότι μια εταιρεία εξακολουθεί να εμφανίζεται στην αγορά» λέει, και προσθέτει πως οι αποσύρσεις φαρμάκων είναι η πιο ορατή πλευρά του προβλήματος για τους ασθενείς. «Δεν μπορούμε να τις αντιμετωπίζουμε μία προς μία ως μεμονωμένα εμπορικά περιστατικά, ενώ ο κλάδος προειδοποιεί ότι το μοντέλο χρηματοδότησης έχει φτάσει στα όριά του. Αν αποδυναμώνεται η δραστηριότητα των εταιρειών εδώ και συγχρόνως η χώρα δεν χρηματοδοτεί επαρκώς τις νέες θεραπείες, οι Έλληνες ασθενείς και επιστήμονες χάνουν ευκαιρίες συμμετοχής σε κλινικές μελέτες. Οι ασθενείς κινδυνεύουν επίσης να μη βρίσκουν διαθέσιμες τις νεότερες θεραπευτικές επιλογές» τονίζει.
«Αρνούμαι να θεωρήσω φυσιολογικό να προχωρά η ιατρική και εμείς να συζητάμε αν αρκεί για την Ελλάδα να διαθέτει μόνο φάρμακα που γνωρίζουμε εδώ και 20 ή 30 χρόνια. Οι καθιερωμένες θεραπείες παραμένουν πολύτιμες. Οι νεότερες πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμες στους ανθρώπους που τις χρειάζονται. Χρειάζεται καλύτερη αξιολόγηση των δαπανών, επαρκής προϋπολογισμός για το φάρμακο και πολιτική απόφαση να κρατήσουμε εδώ έρευνα και επενδύσεις. Όσο αυτή η απόφαση αναβάλλεται, η συρρίκνωση συνεχίζεται. Το κόστος της θα φανεί στις θεραπευτικές επιλογές που θα λείπουν από τους ασθενείς και στις ευκαιρίες που θα έχουν φύγει από την Ελλάδα» υπογραμμίζει η A’ Αντιπρόεδρος του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου και Πρόεδρος της Επιτροπής Φαρμακευτικών Εταιριών του Επιμελητηρίου.

Πηγή: ygeiamou.gr
Facebook
LinkedIn
X