Blog
Blog
Η Βρετανία κλειδώνει μηδενικούς δασμούς στις εξαγωγές φαρμάκων προς τις ΗΠΑ

Σε αντάλλαγμα, η χώρα αυξάνει κατά 25% την καθαρή τιμή που πληρώνει το NHS για καινοτόμες θεραπείες, σε μια προσπάθεια να ανακτήσει το επενδυτικό ενδιαφέρον της παγκόσμιας βιοφαρμακευτικής βιομηχανίας.
Το Ηνωμένο Βασίλειο επισημοποίησε τη φαρμακευτική συνεργασία με τις ΗΠΑ, κλειδώνοντας μια σημαντική εμπορική και βιομηχανική ανάσα για τον κλάδο. Η συμφωνία, που είχε ανακοινωθεί αρχικά τον Δεκέμβριο, απαλλάσσει πλέον επίσημα τα βρετανικά φαρμακευτικά προϊόντα από δασμούς στις εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθιστώντας τη Βρετανία την πρώτη χώρα που πετυχαίνει μηδενικό δασμολόγιο για τις φαρμακευτικές εξαγωγές της προς την αμερικανική αγορά.
Σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση, η συμφωνία θα ισχύσει για τουλάχιστον τρία χρόνια. Σε αντάλλαγμα, το Λονδίνο δεσμεύεται να αυξήσει κατά 25% την καθαρή τιμή που καταβάλλει το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) για καινοτόμες θεραπείες, στέλνοντας μήνυμα προς τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες ότι επιχειρεί να δημιουργήσει ξανά πιο ελκυστικό περιβάλλον για επενδύσεις.
Τι αλλάζει για το NHS και το NICE
Ο βασικός μηχανισμός μέσω του οποίου θα περάσει η αύξηση των τιμών αφορά το National Institute for Health and Care Excellence (NICE), τον φορέα που αξιολογεί αν ένα φάρμακο προσφέρει καλή αξία για τα χρήματα του NHS.
Το NICE χρησιμοποιεί το λεγόμενο cost-effectiveness threshold, έναν δείκτη που συνδέει το κόστος μιας θεραπείας με τα ποιοτικά προσαρμοσμένα έτη ζωής, τα γνωστά QALYs. Για τις τελευταίες δύο δεκαετίες, το όριο αυτό κυμαινόταν μεταξύ 20.000 και 30.000 λιρών ανά κερδισμένο QALY.
Από τις 31 Μαρτίου, το όριο αυξήθηκε στα 25.000 έως 35.000 λίρες ανά QALY. Με αυτή την αλλαγή, οι βρετανικές αρχές θεωρούν ότι το σύστημα δίνει ισχυρότερα κίνητρα στις φαρμακευτικές εταιρείες να λανσάρουν καινοτόμες θεραπείες στη βρετανική αγορά.
Μηδενικοί δασμοί με αντάλλαγμα ακριβότερα καινοτόμα φάρμακα
Στην ουσία, το Ηνωμένο Βασίλειο αποδέχεται να πληρώνει υψηλότερες καθαρές τιμές για νέα φάρμακα, προκειμένου να εξασφαλίσει ευνοϊκή εμπορική μεταχείριση από τις ΗΠΑ και να ανακτήσει χαμένο έδαφος στην παγκόσμια φαρμακευτική επενδυτική κούρσα.
Η βρετανική κυβέρνηση παρουσιάζει τη συμφωνία ως στρατηγική επιλογή για την προστασία ενός κλάδου που, όπως σημειώνει, προσέφερε 28,5 δισ. λίρες στην οικονομία της χώρας το 2025, απασχολεί πάνω από 50.000 εργαζόμενους σε υψηλής εξειδίκευσης και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και εξήγαγε σχεδόν 21 δισ. λίρες σε φαρμακευτικά προϊόντα μέσα στο περασμένο έτος.
Πλαφόν στις επιστροφές των επώνυμων φαρμάκων
Ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι της νέας στρατηγικής είναι το πλαφόν στις επιστροφές που καταβάλλουν οι εταιρείες για επώνυμα φάρμακα που πωλούνται στο NHS. Η Βρετανία θέτει ανώτατο όριο 15% στις επιστροφές αυτές έως τη λήξη του τρέχοντος rebate scheme, δηλαδή μέχρι το τέλος του 2028.
Η κίνηση αυτή αντιμετωπίζεται από τις αρχές ως πρόσθετη εγγύηση σταθερότητας και προβλεψιμότητας για τις life sciences εταιρείες. Το προηγούμενο επίπεδο rebate για το 2025 είχε φτάσει το 22,9%, ποσοστό που πολλοί στη βιομηχανία θεωρούσαν αποτρεπτικό για νέες επενδύσεις.
Στόχος η επανεκκίνηση των φαρμακευτικών επενδύσεων
Το ευρύτερο σχέδιο της βρετανοαμερικανικής συμφωνίας δεν περιορίζεται στο εμπόριο. Έχει σαφή επενδυτικό προσανατολισμό. Το Λονδίνο προσπαθεί να πείσει τις πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες ότι η χώρα αλλάζει ρότα και θέλει να ξαναγίνει ανταγωνιστικός προορισμός για βιοφαρμακευτική παραγωγή, έρευνα και ανάπτυξη.
Στο ίδιο πλαίσιο, η βρετανική κυβέρνηση δεσμεύεται να διπλασιάσει τις δαπάνες της για νέα φάρμακα μέσα στην επόμενη δεκαετία, αυξάνοντας το σχετικό μερίδιο από το 0,3% στο 0,6% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τους κυβερνητικούς αξιωματούχους, αυτή η κίνηση στέλνει σαφές μήνυμα στους παγκόσμιους επενδυτές ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θέλει να είναι μακροπρόθεσμος εταίρος της φαρμακοβιομηχανίας.
Η ψυχρή στάση της βιομηχανίας, παρά το θετικό σήμα
Παρότι η συμφωνία θεωρείται σημαντική, η πρώτη αντίδραση της βιομηχανίας παραμένει μάλλον συγκρατημένη. Οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες καλωσόρισαν την κατεύθυνση, αλλά απέφυγαν θριαμβευτικούς τόνους, δείχνοντας ότι περιμένουν την πραγματική εφαρμογή των δεσμεύσεων.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Bristol Myers Squibb, Chris Boerner, χαρακτήρισε τη συμφωνία βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, λέγοντας ότι αναγνωρίζει καλύτερα την αξία των καινοτόμων φαρμάκων και μπορεί να βοηθήσει ώστε οι ασθενείς στη Βρετανία να αποκτούν νωρίτερα πρόσβαση σε νέες θεραπείες.
Ο chief commercial officer της AbbVie, Jeff Stewart, μίλησε επίσης για «πρώτο βήμα», επισημαίνοντας ότι τώρα χρειάζεται ταχεία εφαρμογή της συνεργασίας ώστε να υπάρξουν ουσιαστικά αποτελέσματα για τους ασθενείς και τον κλάδο. Εκπρόσωπος της GSK χαρακτήρισε τη συμφωνία «σημαντικό θεμέλιο» για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Βρετανίας στις βιοεπιστήμες και για μελλοντικές επενδύσεις στη χώρα.
Το φόντο: αποχωρήσεις, παγώματα και ακυρώσεις επενδύσεων
Η ανάγκη αυτής της στροφής δεν προέκυψε τυχαία. Την περασμένη χρονιά, μια σειρά από ηχηρές κινήσεις από παγκόσμιες φαρμακοβιομηχανίες έδειξαν ότι η Βρετανία έχανε έδαφος ως επενδυτικός προορισμός.
Τον Σεπτέμβριο, η Eli Lilly πάγωσε το σχεδιαζόμενο site Lilly Gateway Labs, η Sanofi πάγωσε τις επενδύσεις της σε έρευνα και ανάπτυξη στο Ηνωμένο Βασίλειο και η Merck ακύρωσε επενδυτικό σχέδιο ύψους 1 δισ. λιρών για κέντρο R&D στο Λονδίνο, αποσύροντας παράλληλα ερευνητικές δραστηριότητες από τη χώρα.
Τότε, ο CEO της Lilly, David Ricks, είχε δηλώσει στους Financial Times ότι η Βρετανία ήταν «πιθανότατα η χειρότερη χώρα στην Ευρώπη» ως προς τις τιμές φαρμάκων και «μη ελκυστικό περιβάλλον για επενδύσεις».
Η στάση της Lilly αρχίζει να αλλάζει
Σήμερα, ο David Ricks εμφανίζεται πιο θετικός. Σε σχόλιό του που περιλαμβάνεται στην επίσημη ανακοίνωση της βρετανικής κυβέρνησης, ανέφερε ότι η νέα φαρμακευτική συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου – ΗΠΑ είναι ενθαρρυντική κίνηση και ότι η θετική τάση στη βρετανική αγορά δικαιολογεί αυξημένο ενδιαφέρον από πλευράς Lilly.
Όπως σημείωσε, η εταιρεία θα επανεξετάσει τα επενδυτικά της σχέδια στη Βρετανία εφόσον το περιβάλλον συνεχίσει να βελτιώνεται. Στην ίδια γραμμή, ο επικεφαλής των διεθνών δραστηριοτήτων της Lilly, Patrik Jonsson, δήλωσε νωρίτερα στους Financial Times ότι αισθάνεται «αισιόδοξος» για μια συμφωνία που θα οδηγεί τη Βρετανία να πληρώνει περισσότερα για τα φάρμακα. Ξεκαθάρισε πάντως ότι η εταιρεία θέλει να δει καλά ορισμένο σχέδιο δράσης, με σαφείς παρεμβάσεις και χρονοδιάγραμμα.
Τι σημαίνει η συμφωνία για τη διεθνή φαρμακευτική πολιτική
Η συμφωνία έρχεται σε μια στιγμή που οι ΗΠΑ εντείνουν την πίεση στους εμπορικούς τους εταίρους και στη φαρμακοβιομηχανία γύρω από την πολιτική τιμολόγησης. Σύμφωνα με το Bloomberg, οι εταιρείες που δεν έχουν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του προέδρου Trump για τιμές τύπου Most Favored Nation ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες ακόμη και με δασμούς 100% στις εισαγωγές.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Βρετανία επιλέγει να προσφέρει υψηλότερες καθαρές τιμές και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο NHS, ώστε να εξασφαλίσει εμπορική προστασία και να ενισχύσει την ελκυστικότητά της. Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει πλήρως και θα φέρει πίσω τις μεγάλες βιοφαρμακευτικές επενδύσεις, θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα εφαρμογής και από το αν η νέα πολιτική θα μεταφραστεί σε απτό πλεονέκτημα για τις εταιρείες.
Το κρίσιμο στοίχημα για το Λονδίνο
Για τη βρετανική κυβέρνηση, το στοίχημα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, θέλει να διατηρήσει ανοιχτή την πρόσβαση στη μεγαλύτερη φαρμακευτική αγορά του κόσμου χωρίς δασμούς. Από την άλλη, επιχειρεί να πείσει ότι το NHS και το NICE μπορούν να λειτουργήσουν ως πλατφόρμες υποστήριξης της καινοτομίας και όχι μόνο ως μηχανισμοί περιορισμού των δαπανών.
Η νέα συμφωνία δεν λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα. Αλλά αλλάζει αισθητά το σήμα που εκπέμπει το Λονδίνο προς τη διεθνή φαρμακοβιομηχανία: ότι είναι πλέον διατεθειμένο να πληρώσει περισσότερο για την καινοτομία, αν αυτό μεταφραστεί σε επενδύσεις, ανάπτυξη και ισχυρότερη θέση στον παγκόσμιο χάρτη των βιοεπιστημών.
Πηγή: healthpharma.gr
