Blog

«Επενδυτικό clawback: από “φόρος” σε εργαλείο ανάπτυξης – το στοίχημα του 2026-2027»

Στην ίδια ανάσα, ανακοίνωσε ότι για τη διετία 2026-2027 το μέτρο θα επεκταθεί και στις θυγατρικές διεθνών οίκων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.

Για να καταλάβει κανείς τι πραγματικά σημαίνει αυτό, πρέπει να ξεφύγει από τις ετικέτες. Το επενδυτικό clawback δεν είναι «επιδότηση» με την κλασική έννοια. Είναι ένας μηχανισμός συμψηφισμού. Αντί η εταιρεία να πληρώσει όλο το ποσό του clawback σε μετρητά, μπορεί να «σβήσει» μέρος της υποχρέωσης, εφόσον πραγματοποιήσει επιλέξιμες επενδύσεις ή δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης στην Ελλάδα, τις αποδείξει και τις περάσει από πιστοποίηση. Το δημόσιο, από την πλευρά του, βάζει οροφή στο συνολικό ποσό που δέχεται να συμψηφίσει ανά περίοδο.

Το μοντέλο έγινε «μεγάλο» στην τριετία που συνδέθηκε με το Ταμείο Ανάκαμψης. Στα επίσημα κείμενα της περιόδου 2021–2023, το ανώτατο ποσό συμψηφισμού ορίζεται στα 250 εκατ. ευρώ, σπασμένο σε 75 εκατ., 75 εκατ. και 100 εκατ. ανά υπο-περίοδο. Εκεί περιγράφεται και το εύρος των επιλέξιμων δαπανών, από μηχανολογικό εξοπλισμό και κτιριακές υποδομές, μέχρι εργαστήρια, ανάπτυξη πρώτων υλών, αλλά και προκλινικές/κλινικές μελέτες.

Στη συνέχεια, το μέτρο «μετακόμισε» σε πιο καθαρά εθνικό αναπτυξιακό σχήμα για το 2024–2025, με ένταξη πράξης στο ΤΠΑ Υγείας (Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης). Η λογική παραμένει ίδια, στήριξη ρευστότητας των υπόχρεων εταιρειών, διατήρηση-αναβάθμιση παραγωγικής και ερευνητικής βάσης και, κυρίως, μια προσπάθεια να μη λειτουργεί το clawback μόνο ως τιμωρητικός φόρος υπέρβασης, αλλά και ως «σκανδάλη» για επένδυση.

Αν τώρα κοιτάξει κανείς την αγορά, βλέπει ότι οι ελληνικές παραγωγικές εταιρείες έχουν όντως ανοίξει μεγάλα επενδυτικά προγράμματα: η Pharmathen έχει μιλήσει για πλάνο 250 εκατ. ευρώ για 2022–2026, η RAFARM για 120 εκατ. στην περίοδο 2021–2027, ο Όμιλος Τσέτη για επενδύσεις της τάξης των 80 εκατ., ενώ δημοσίως έχουν καταγραφεί και έχουν  πραγματοποιηθεί μεγάλα μεγέθη σε επενδύσεις και από άλλους παίκτες όπως οι Demo, WinMedica, Rafarm κ.α. (σε επεκτάσεις γραμμών, R&D, νέες εγκαταστάσεις). Παράλληλα, υπάρχουν και κινήσεις πολυεθνικών διαφορετικού τύπου – όχι απαραίτητα εργοστάσια, αλλά κέντρα υπηρεσιών ή ψηφιακά hubs, όπως εκείνο της Pfizer στη Θεσσαλονίκη, που έχει παρουσιαστεί ως επένδυση περίπου 100 εκατ. ευρώ και συνδέεται με θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης.

Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι άλλο. Ποιο είναι το όφελος για την οικονομία και, ακόμη πιο δύσκολο, ποιο είναι το όφελος για τον ασθενή

Σε επίπεδο οικονομίας, το όφελος είναι σχετικά καθαρό, αρκεί να μη βαφτίζουμε κάθε δαπάνη «νέα επένδυση». Όταν μια εταιρεία βάζει χρήματα σε γραμμές παραγωγής, σε μηχανές, σε ποιότητα, σε εργαστήρια, δημιουργεί ζήτηση σε κατασκευές, εξοπλισμό, υπηρεσίες, αυξάνει την απασχόληση και, κυρίως, χτίζει παραγωγική δυναμικότητα που μετά μεταφράζεται σε εξαγωγές και υποκατάσταση εισαγωγών. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε έναν κλάδο όπου η Ελλάδα έχει ήδη ισχυρή εγχώρια βάση.

Στην ίδια εκδήλωση της ΠΕΦ έγινε λόγος για εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα ελληνικών εταιρειών, για νέες μονάδες και κέντρα R&D και για εξαγωγική παρουσία σε δεκάδες χώρες.

Για τον ασθενή, τα πράγματα είναι πιο έμμεσα. Το επενδυτικό clawback δεν είναι «κουμπί» που ρίχνει συμμετοχές ή επιταχύνει αποζημίωση. Μπορεί όμως να βελτιώσει τρία πεδία, διαθεσιμότητα, ανταγωνισμό τιμών μέσω ισχυρότερης βάσης σε γενόσημα/βιο-ομοειδή, και κλινικές μελέτες. Στο πρώτο, περισσότερη εγχώρια παραγωγή σημαίνει μικρότερη έκθεση σε διεθνή σοκ εφοδιασμού. Στο δεύτερο, η πολιτική γραμμή που παρουσιάστηκε στην ΠΕΦ -κλειστοί προϋπολογισμοί, διαχωρισμοί, προτίμηση σε βιο-ομοειδή, είναι ακριβώς εκείνο το σενάριο στο οποίο η ύπαρξη ισχυρής παραγωγικής βάσης κάνει το σύστημα πιο ανθεκτικό.

Γιατί οι Πολυεθνικές είναι διστακτικές

Στις κλινικές μελέτες, ωστόσο, υπάρχει μια προειδοποίηση που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Ο ΣΦΕΕ έχει καταγράψει ότι το σχήμα, όπως ενσωματώθηκε στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, δεν ήταν τόσο ελκυστικό για κλινικές, με πολύ χαμηλότερη απορρόφηση σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς. Αν αυτό ισχύει, τότε το 2026-2027 θα κριθεί στο αν το μέτρο θα γίνει πραγματικά γέφυρα για R&D και διεθνείς μελέτες ή αν θα μείνει κυρίως μηχανισμός στήριξης παραγωγικών εταιρειών που έτσι κι αλλιώς επενδύουν.

Και κάπου εδώ έρχεται το πολιτικό ερώτημα «γιατί δεν έχουμε εισερχόμενες επενδύσεις από διεθνείς φαρμακευτικές αλλά μόνο από ελληνικές;». Η πιο ψύχραιμη απάντηση είναι ότι το εργαλείο, από τη φύση του, ευνοεί εταιρείες που έχουν «βαριά» επιλέξιμη δαπάνη στην Ελλάδα, εργοστάσια, γραμμές, εργαστήρια. Πολλές πολυεθνικές στην Ελλάδα λειτουργούν ως εμπορικές θυγατρικές, με διαφορετικό αποτύπωμα επένδυσης. Επιπλέον, μέχρι πρόσφατα, υπήρχε και πρακτικός-νομικός κόμπος στο πώς συμψηφίζονται οι δαπάνες θυγατρικών με την υποχρέωση clawback, κάτι που τώρα επιχειρείται να λυθεί με την επέκταση του μηχανισμού στις θυγατρικές διεθνών οίκων.

Η δεύτερη ευκαιρία του επενδυτικού clawback – λιγότερη αβεβαιότητα, περισσότερες επενδύσεις, πραγματικό όφελος

Αν η κυβέρνηση θέλει να το αξιοποιήσει ως πραγματικό εργαλείο προσέλκυσης και όχι μόνο ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, το 2026-2027 χρειάζονται τρία χειροπιαστά εχέγγυα,  ταχύτητα πιστοποίησης (για να μην ακυρώνεται το κίνητρο ρευστότητας), σταθερούς κανόνες για τουλάχιστον δύο χρόνια χωρίς εκπλήξεις και έναν καθαρό, προστατευμένο χώρο για κλινικές μελέτες-καινοτομία ώστε να μη χαθεί πάλι η απορρόφηση. Αλλιώς, θα μείνουμε να μετράμε «επενδυτικά πλάνα» στα λόγια, ενώ τα δισεκατομμύρια της πραγματικής διεθνούς επενδυτικής κινητικότητας θα συνεχίσουν να πηγαίνουν σε χώρες που κερδίζουν στο τρίπτυχο χρόνος-βεβαιότητα-απόδοση.

Τελικά, το επενδυτικό clawback είναι ένα έξυπνο εργαλείο σε μια δύσκολη πραγματικότητα.

Το κράτος δεν μπορεί εύκολα να σβήσει το clawback από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά μπορεί να αποφασίσει αν αυτό που πληρώνεται θα είναι νεκρό κόστος ή αν θα μετατρέπεται, έστω μερικώς, σε παραγωγή, δουλειές και R&D. Η δήλωση στην ΠΕΦ έβαλε τον πήχη ψηλά. Η διετία 2026–2027 θα δείξει αν θα γίνει και το άλμα.

 

Πηγή: dailypharmanews.gr
Facebook
LinkedIn
X