Blog
Blog
Ελληνικό self test για τον HPV στο πρότυπο του σουηδικού μοντέλου – Η επικεφαλής ερευνήτρια μιλά στο ygeiamou

Ένα νέο τεστ που γίνεται στο σπίτι και στοχεύει στην έγκαιρη ανίχνευση αλλοιώσεων από τον ιό HPV ανέπτυξαν ερευνητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, εξέλιξη που επιτρέπει στη χώρα μας να συμβαδίσει με τη Σουηδία η οποία εδώ και χρόνια εφαρμόζει self-sampling για τον HPV, στρατηγική που έχει συμβάλλει σημαντικά στην αντιμετώπιση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.
Το νέο τεστ σχεδιάστηκε για να λειτουργεί συμπληρωματικά τόσο στο γνωστό Τεστ ΠΑΠ όσο και στον μοριακό έλεγχο για τον ιό HPV, προσφέροντας επιπλέον ένα εργαλείο αξιολόγησης του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου. Στόχος των ερευνητών είναι να εντοπίζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια οι γυναίκες που παρουσιάζουν προκαρκινικές αλλοιώσεις και διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης της νόσου.
Με τη φιλοσοφία ότι η επιστημονική έρευνα στρέφεται ολοένα και περισσότερο στην επιγενετική, έναν τομέα που εξετάζει τους μηχανισμούς οι οποίοι ρυθμίζουν τη λειτουργία των γονιδίων χωρίς να μεταβάλλουν την αλληλουχία του DNA, οι Έλληνες ερευνητές σχεδίασαν το SHINE (Έγκαιρη Ανίχνευση HPV Σχετιζόμενων Νεοπλασιών μέσω Επιγενετικών Βιοδεικτών).
Το ερευνητικό έργο υλοποιήθηκε από την Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και συγκεκριμένα από την ερευνητική ομάδα της Καθηγήτριας Βιολογίας – Γενετικής – Νανοϊατρικής, κυρίας Μαρίας Γαζούλη, με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και των εταιρειών Genekor, Reprogenetics, Κοσμοϊατρική και B&F Consulting. Το έργο χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στο πλαίσιο της δράσης «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας».
«Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέσω του εμβολιασμού έναντι του HPV, του Τεστ Παπανικολάου και των μοριακών εξετάσεων ανίχνευσης του ιού, εξακολουθεί να υπάρχει η ανάγκη για εργαλεία που θα μπορούν να διακρίνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιες γυναίκες διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο εξέλιξης προς σοβαρές προκαρκινικές αλλοιώσεις ή καρκίνο. Η παρουσία του HPV από μόνη της δεν αρκεί για να προβλέψει την πορεία της νόσου, καθώς η πλειονότητα των λοιμώξεων υποχωρεί αυτόματα χωρίς κλινικές συνέπειες», επισημαίνει στο ygeiamou.gr η κυρία Γαζούλη.

Η Καθηγήτρια Βιολογίας-Γενετικής-Νανοϊατρικής του ΕΚΠΑ, κυρία Μαρία Γαζούλη
Η σημασία της αυτολήψης
Σύμφωνα με την κυρία Γαζούλη, η ανάλυση των επιγενετικών μεταβολών προσφέρει τη δυνατότητα καλύτερης κατανόησης των βιολογικών διεργασιών που συνδέονται με την εξέλιξη προς κακοήθεια και μπορεί να συμβάλει στον ακριβέστερο προσδιορισμό των γυναικών που χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση. Παράλληλα, η δυνατότητα εφαρμογής της μεθόδου σε δείγματα αυτολήψης δημιουργεί προοπτικές για ευρύτερη συμμετοχή των γυναικών στα προγράμματα πρόληψης και για καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές ή σε πληθυσμούς που για κοινωνικούς ή πρακτικούς λόγους δυσκολεύονται να συμμετάσχουν σε οργανωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου. Η αυτολήψη αναδεικνύεται διεθνώς σε ένα σημαντικό εργαλείο για τη βελτίωση της συμμόρφωσης και την ενίσχυση της πρόληψης σε επίπεδο πληθυσμού.
Η αυτολήψη ειδικά για τον HPV είναι μέρος της στρατηγικής αντιμετώπισης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας εδώ και πολλά χρόνια στη Σουηδία. Η σκανδιναβική χώρα θεωρείται μία από τις χώρες-πρωτοπόρους στην εφαρμογή του HPV self-sampling (αυτοληψία για HPV) στο πλαίσιο του οργανωμένου πληθυσμιακού προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Η γυναίκα λαμβάνει στο σπίτι ένα ειδικό κιτ με στυλεό (μπατονέτα), παίρνει μόνη της δείγμα από τον κόλπο και το στέλνει σε εργαστήριο για έλεγχο υψηλού κινδύνου τύπων HPV.
Ο ρόλος της επιγενετικής στην πρόληψη
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η κυρία Γαζούλη, για δεκαετίες, η κατανόηση και η αντιμετώπιση του καρκίνου βασίστηκαν κυρίως στη μελέτη των γενετικών μεταλλάξεων. Σήμερα, ωστόσο, η επιστημονική έρευνα στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς την επιγενετική. «Σε αντίθεση με το γονιδίωμα, το οποίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερό, το επιγονιδίωμα επηρεάζεται δυναμικά από παράγοντες όπως η διατροφή, το κάπνισμα, η άσκηση, η έκθεση σε περιβαλλοντικούς ρύπους, οι λοιμώξεις, το στρες και γενικότερα ο τρόπος ζωής.
Οι επιγενετικές αλλαγές αποτελούν συχνά από τα πρώτα βιολογικά γεγονότα που προηγούνται της εμφάνισης μιας κακοήθειας, γεγονός που τις καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικούς βιοδείκτες για την έγκαιρη διάγνωση και την πρόληψη. Η δυνατότητα αναγνώρισης μοριακών μεταβολών πριν ακόμη εμφανιστούν κλινικά ή μορφολογικά ευρήματα ανοίγει νέους δρόμους στην ογκολογία. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει τη μετάβαση από τη γενική παρακολούθηση στην πιο στοχευμένη εκτίμηση του ατομικού κινδύνου, ενισχύοντας τις δυνατότητες της εξατομικευμένης ιατρικής. Αντί να περιοριζόμαστε στη διαπίστωση της παρουσίας μιας νόσου, επιδιώκουμε πλέον να αναγνωρίζουμε έγκαιρα τα βιολογικά σήματα που προειδοποιούν για την πιθανή εμφάνισή της», σημειώνει η Καθηγήτρια.
Η σημασία αυτών των εξελίξεων δεν περιορίζεται στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Αντίστοιχες επιγενετικές προσεγγίσεις μελετώνται ήδη για τον καρκίνο του μαστού, του παχέος εντέρου, του πνεύμονα, του προστάτη και άλλες νεοπλασίες.
«Η προοπτική αξιοποίησης επιγενετικών βιοδεικτών σε διαφορετικούς τύπους καρκίνου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια νέα γενιά διαγνωστικών εργαλείων που θα επιτρέπουν πιο έγκαιρη και πιο ακριβή παρέμβαση, πριν ακόμη εμφανιστούν κλινικά συμπτώματα. Η ερευνητική προσπάθεια συνεχίζεται με στόχο την κλινική επικύρωση της μεθόδου σε μεγαλύτερους πληθυσμούς. Η επόμενη φάση θα καθορίσει τον βαθμό στον οποίο οι επιγενετικοί βιοδείκτες μπορούν να ενταχθούν στην καθημερινή κλινική πρακτική και να συμβάλουν στη βελτίωση των προγραμμάτων πρόληψης. Η πρόληψη του καρκίνου εισέρχεται σταδιακά σε μια νέα εποχή, όπου η έγκαιρη ανίχνευση δεν θα βασίζεται μόνο στην αναζήτηση της νόσου, αλλά και στην αναγνώριση των βιολογικών αλλαγών που προηγούνται της εμφάνισής της. Η επιγενετική προσφέρει αυτή ακριβώς τη δυνατότητα, ανοίγοντας νέους δρόμους για πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις. Η μετάβαση από την ερευνητική ανακάλυψη στην κλινική εφαρμογή απαιτεί χρόνο, όμως τα μέχρι σήμερα δεδομένα ενισχύουν την αισιοδοξία ότι οι επιγενετικοί βιοδείκτες θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ογκολογίας του μέλλοντος και στη μετάβαση προς μια πιο εξατομικευμένη, προληπτική και αποτελεσματική ιατρική», αναφέρει η κυρία Γαζούλη.
Πηγή: ygeiamou.gr
