Blog
Blog
Αναζητώντας νέα ισορροπία στο φάρμακο: Ελλάδα και Ευρώπη σε σταυροδρόμι

Η πολιτική φαρμάκου στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο. Στις πιέσεις που δέχονται τα συστήματα υγείας δεκαετίες από τις αυξανόμενες ανάγκες ενός πληθυσμού που μεγαλώνει σε ηλικία και τους πεπερασμένους προϋπολογισμούς, προστίθενται πλέον γεωπολιτικές ανισορροπίες, αποτέλεσμα της ενίσχυσης ανταγωνιστικών αγορών όπως της Ασίας αλλά και των ΗΠΑ.
Η εν λόγω «μέγγενη» άρχισε να κλείνει ακόμη περισσότερο λόγω της επιθετικής εμπορικής στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ. Την ίδια στιγμή, οι νέες νομοθετικές επιλογές της ΕΕ δημιουργούν νέα δεδομένα, σε μια προσπάθεια να απαντήσουν τον θεμελιώδη γρίφο της διασφάλισης της πρόσβασης των ασθενών σε θεραπείες και ειδικά στις καινοτόμες, αλλά και της βιωσιμότητας των συστημάτων υγείας.
Το ερώτημα αυτό απασχολεί πλέον έντονα και την Ελλάδα, η οποία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη συγκράτησης της φαρμακευτικής δαπάνη, στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης του κλάδου αλλά και στη διατήρηση ενός περιβάλλοντος που θα επιτρέπει την έλευση νέων θεραπειών και επενδύσεων.
Η ΕΕ υπό πίεση
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι πιέσεις εντείνονται.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ χρηματοδοτούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας φαρμακευτικής καινοτομίας, καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες διατηρούν χαμηλότερες τιμές φαρμάκων. Την ίδια στιγμή, η φαρμακοβιομηχανία προειδοποιεί ότι οι πολιτικές συγκράτησης δαπανών αποθαρρύνουν επενδύσεις στην Ευρώπη. Οι πρόσφατες αποφάσεις της Pfizer, της Eli Lilly και της Boehringer Ingelheim να επανεξετάσουν ή να περιορίσουν επενδυτικά σχέδια στη Γερμανία αποτέλεσαν ηχηρό μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η γερμανική κυβέρνηση επιδίωξε να προωθήσει ένα πακέτο μέτρων περιορισμού των δαπανών υγείας, που περιλαμβάνει μια σειρά από μέτρα, όπως η αύξηση των υποχρεωτικών εκπτώσεων από τις φαρμακοβιομηχανίες και η παράταση του «παγώματος» των τιμών. Το τελικό εύρος των αλλαγών μένει να φανεί, όμως, καθώς σύμφωνα με το Reuters, το “καμπανάκι” των φαρμακευτικών εταιρειών προς την κυβέρνηση αποδείχθηκε αρκετό για να επανεξετάσει τα σχέδια της.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, χώρες όπως το Βέλγιο, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Αυστρία και η Ιρλανδία, μέσω της πρωτοβουλίας Beneluxa, ζητούν βαθύτερη συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών σε θέματα τιμολόγησης, αποζημίωσης και προμηθειών φαρμάκων. Στόχος είναι να ενισχυθεί η διαπραγματευτική ισχύς των χωρών, να μειωθούν οι ανισότητες στην πρόσβαση και να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των δημόσιων συστημάτων υγείας.
Η Ελλάδα εμφανίζεται θετική σε μια τέτοια κατεύθυνση. Όπως δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας Στρατηγικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Υγείας, Άρης Αγγελής, η εθελοντική συνεργασία μεταξύ των κρατών μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων, διατηρώντας παράλληλα την εθνική αρμοδιότητα στη φαρμακευτική πολιτική.
Πέρα όμως από τη συζήτηση για τις τιμές και τις αποζημιώσεις, τα τελευταία χρόνια αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο μια νέα ευρωπαϊκή προτεραιότητα: η ενίσχυση της φαρμακευτικής παραγωγής και η μείωση της εξάρτησης από τρίτες χώρες για κρίσιμα φάρμακα και πρώτες ύλες. Οι ελλείψεις φαρμάκων, οι διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και οι γεωπολιτικές αναταράξεις έχουν μεταφέρει το επίκεντρο της συζήτησης από τη διαχείριση του κόστους στην ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας και στη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Η Ευρώπη καλείται να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και άλλες μεγάλες αγορές για την προσέλκυση επενδύσεων σε παραγωγή, έρευνα και ανάπτυξη. Η δυνατότητα διατήρησης μιας ισχυρής παραγωγικής βάσης θεωρείται πλέον κρίσιμη όχι μόνο για την οικονομία, αλλά και για την ασφάλεια εφοδιασμού και την πρόσβαση των ασθενών σε κρίσιμες θεραπείες.
«Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας κρίσιμης επιλογής. Εάν επιδιώκει πραγματική στρατηγική αυτονομία, ανθεκτικά συστήματα υγείας και ασφάλεια εφοδιασμού σε φάρμακα, οφείλει να επενδύσει στη δική της παραγωγική βάση», σημείωσε ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας, Θεόδωρος Τρύφων.
Η Ελλάδα στη δοκό ισορροπίας
Την ώρα που η Ευρώπη αναζητά νέα εργαλεία συνεργασίας και προωθεί αλλαγές με στόχο την ενίσχυση της βιοτεχνολογίας αλλά και της στρατηγικής της αυτονομίας, έντονες ανησυχίες εκφράζονται για το μέλλον της καινοτομίας.
Η πρόσφατη επέκταση του κριτηρίου «5/11» και στο κανάλι πρώιμης πρόσβασης μέσω ΙΦΕΤ, αλλά ιδίως η ταυτόχρονη αλλαγή του μίγματος των χωρών που βρίσκονται στο καλάθι, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Γερμανία, η Αυστρία και η Ιταλία αντικαθίστανται από την Πολωνία, τη Σλοβενία και την Τσεχία, με το επιχείρημα ότι οι νέες χώρες έχουν οικονομικά χαρακτηριστικά πιο κοντά στην Ελλάδα.
Με τη νέα νομοθεσία, μάλιστα, τα φάρμακα που εισάγονται μέσω του Συστήματος Ηλεκτρονικής Προέγκρισης θα πρέπει πλέον να αποζημιώνονται σε τουλάχιστον πέντε (ή τέσσερις ανάλογα την περίπτωση) από έντεκα χώρες αναφοράς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο ΣΦΕΕ, η αλλαγή αυτή αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην πρόσβαση των ασθενών. Οι τρεις χώρες που αποχωρούν από το καλάθι διαθέτουν κατά μέσο όρο το 86% των νέων φαρμάκων που εγκρίνονται στην Ευρώπη, ενώ οι χώρες που εισέρχονται μόλις το 49%. Η συνέπεια είναι ότι μειώνεται η πιθανότητα ένα νέο φάρμακο να πληροί έγκαιρα το κριτήριο εισόδου στην ελληνική αγορά, ενώ εκτιμάται ότι προστίθενται περίπου 79 επιπλέον ημέρες καθυστέρησης στην πρόσβαση των ασθενών.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν ληφθεί υπόψη η διαθεσιμότητα καινοτόμων θεραπειών στη χώρα.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της EFPIA, από τα 168 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν στην Ευρώπη την περίοδο 2021-2024, μόνο 69 είναι διαθέσιμα στην Ελλάδα και μόλις 36 χωρίς περιορισμούς. Ο μέσος χρόνος αναμονής για την πρόσβαση σε ένα νέο φάρμακο φτάνει τις 641 ημέρες, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα υποχρεωτικών επιστροφών στην Ευρώπη. Τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2025 κατέγραψαν νέο αρνητικό ρεκόρ στο νοσοκομειακό clawback, το οποίο έφτασε στο 80,7%. Με απλά λόγια, για κάθε 10 ευρώ που δαπανώνται σε καινοτόμα νοσοκομειακά φάρμακα, το κράτος χρηματοδοτεί λιγότερα από δύο και το υπόλοιπο κόστος μεταφέρεται στις φαρμακευτικές εταιρείες.
Η Πρόεδρος του Pharma Innovation Forum, Kavita Patel, προειδοποίησε ότι το ποσοστό αυτό συνιστά σοβαρή απειλή για τη φαρμακευτική καινοτομία στην Ελλάδα, ενώ ο Πρόεδρος του ΣΦΕΕ, Ολύμπιος Παπαδημητρίου, έκανε λόγο για ένα σύστημα που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μελλοντική στέρηση θεραπειών για τους Έλληνες ασθενείς.
Ήδη, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, τρία στα πέντε νέα καινοτόμα φάρμακα ενδέχεται να μην κυκλοφορήσουν ποτέ στη χώρα τα επόμενα χρόνια.
Biotech Act και Ελλάδα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί, πάντως, να αντιστρέψει την απώλεια ανταγωνιστικότητας έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας μέσω του υπό διαμόρφωση Biotech Act. Η πρωτοβουλία φιλοδοξεί να ενισχύσει την έρευνα, την ανάπτυξη και την παραγωγή βιοτεχνολογικών φαρμάκων στην Ευρώπη, προσφέροντας ισχυρότερα κίνητρα για επενδύσεις και κλινικές δοκιμές.
Σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιοποίησε η EFPIA, μια πιο φιλόδοξη εφαρμογή των σχετικών μέτρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε επενδύσεις άνω των 45 δισ. ευρώ και στη δημιουργία δεκάδων χιλιάδων νέων θέσεων συμμετοχής σε κλινικές μελέτες τα επόμενα χρόνια.
Για την Ελλάδα, το Biotech Act θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική ευκαιρία. Η χώρα διαθέτει υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό, ισχυρά πανεπιστήμια, εξειδικευμένα νοσοκομεία και αυξανόμενη δραστηριότητα στις κλινικές μελέτες.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν στελέχη της φαρμακοβιομηχανίας, η επιστημονική αριστεία από μόνη της δεν αρκεί.
Οι επενδυτές αξιολογούν τη σταθερότητα του περιβάλλοντος, την ταχύτητα των εγκρίσεων, την προβλεψιμότητα των αποζημιώσεων και τη δυνατότητα πρόσβασης των ασθενών στις νέες θεραπείες.
Υπό αυτό το πρίσμα, το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα, σημειώνει η αγορά, δεν είναι μόνο να προσελκύσει ευρωπαϊκά κονδύλια ή νέες κλινικές δοκιμές. Είναι να αποδείξει ότι μπορεί να αποτελέσει μια αγορά όπου η καινοτομία ανταμείβεται και οι επενδύσεις προστατεύονται από ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο πολιτικής.
Πηγή: news4health.gr
