Blog
Blog
ΟΟΣΑ: Η Ελλάδα στην ευρωπαϊκή ομάδα υψηλού κινδύνου για χρόνια νοσήματα

Η μελέτη, η οποία εξετάζει τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με τη Νορβηγία και την Ισλανδία, δεν αποτελεί έναν απλό πίνακα κατάταξης. Ο ΟΟΣΑ ομαδοποίησε τις χώρες σύμφωνα με το συνολικό τους προφίλ: το φορτίο νόσου, την έκθεση σε παράγοντες κινδύνου και τα αποτελέσματα της φροντίδας σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες νοσημάτων – καρκίνο, καρδιαγγειακά, χρόνια αναπνευστικά νοσήματα και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ομάδα G, μαζί με την Τσεχία, την Πολωνία και τη Ρουμανία. Πρόκειται για ομάδα χωρών όπου ο έλεγχος των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου εμφανίζεται ασθενέστερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το φορτίο των καρδιαγγειακών νοσημάτων, του καρκίνου και του διαβήτη τύπου 2 παραμένει αυξημένο.
Η εικόνα που προκύπτει για τη χώρα δεν είναι μονοδιάστατη. Η Ελλάδα δεν εμφανίζει την υψηλότερη πιθανότητα πρόωρου θανάτου από χρόνια νοσήματα στην Ευρώπη και, σε ορισμένους δείκτες, καταγράφει καλύτερη επίδοση από τον μέσο όρο της ΕΕ27+2. Ωστόσο, τα στοιχεία για το κάπνισμα, την παχυσαρκία, τη σωματική αδράνεια, τη ρύπανση του αέρα και τη θνησιμότητα από καρκίνο και καρδιαγγειακά συνθέτουν ένα σαφές μήνυμα: χωρίς ισχυρότερη πρόληψη και καλύτερη οργάνωση της έγκαιρης διάγνωσης και φροντίδας, το βάρος των χρόνιων νοσημάτων θα πιέσει ακόμη περισσότερο το ελληνικό σύστημα υγείας.
Τι μέτρησε ο ΟΟΣΑ και γιατί αφορά άμεσα την Ελλάδα
Το νέο Health Working Paper του ΟΟΣΑ, με τίτλο Cluster analysis of non-communicable disease burden, prevention and management across EU27+2 countries, υπογράφουν οι Michele Cecchini, Sabine Vuik και Cormac Everard.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν 12 δείκτες που καλύπτουν τρεις διαστάσεις: το φορτίο νόσου, την πρωτογενή πρόληψη και τη διαχείριση των ασθενών. Η ανάλυση επικεντρώθηκε στα τέσσερα νοσήματα που προκαλούν μεγάλο μέρος των θανάτων και της αναπηρίας στην Ευρώπη: τον καρκίνο, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα και τον διαβήτη τύπου 2.
Για τη μέτρηση του φορτίου χρησιμοποιήθηκαν τα χαμένα έτη υγιούς ζωής λόγω νόσησης ή πρόωρου θανάτου, γνωστά ως DALYs. Για την πρόληψη εξετάστηκε το ποσοστό του φορτίου νόσου που αποδίδεται σε παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η διατροφή, η ατμοσφαιρική ρύπανση, η παχυσαρκία και η υψηλή γλυκόζη αίματος. Για τη διαχείριση αξιολογήθηκαν δείκτες επιβίωσης ή αναλογίες θνησιμότητας σε σχέση με τα περιστατικά ή τον επιπολασμό.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη μεθοδολογία δεν αποτυπώνει πλήρως τις τρέχουσες πολιτικές κάθε χώρας και ότι οι δείκτες φορτίου νόσου δεν έχουν προσαρμοστεί ως προς την ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι η γήρανση του πληθυσμού επηρεάζει εν μέρει την εικόνα. Παρ’ όλα αυτά, η ανάλυση δείχνει το πραγματικό βάρος που καλείται να αντιμετωπίσει κάθε σύστημα υγείας σήμερα.
Η Ελλάδα στην Ομάδα G: Η πρόληψη αποτελεί τον αδύναμο κρίκο
Η Ομάδα G, στην οποία κατατάσσεται η Ελλάδα, εμφανίζει αυξημένο φορτίο από καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνο και διαβήτη τύπου 2, ενώ ο ΟΟΣΑ εντοπίζει προβλήματα στον έλεγχο συμπεριφορικών και περιβαλλοντικών παραγόντων κινδύνου.
Σε επίπεδο ομάδας, τα DALYs από καρδιαγγειακά νοσήματα φθάνουν τα 8.979 ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 6.823 στον μέσο όρο της ΕΕ27+2, καταγράφοντας διαφορά σχεδόν 32%. Το φορτίο του καρκίνου διαμορφώνεται στα 6.750 DALYs ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 5.789 στην ευρωπαϊκή ομάδα αναφοράς, ενώ το φορτίο του διαβήτη τύπου 2 φθάνει τα 1.158 DALYs, έναντι 983.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι στην Ομάδα G το 80% του φορτίου των καρδιαγγειακών νοσημάτων αποδίδεται σε παράγοντες κινδύνου, έναντι 75% στον μέσο όρο της ΕΕ27+2. Αντίστοιχα, οι παράγοντες κινδύνου συνδέονται με το 45% του φορτίου του καρκίνου, έναντι 42% στην ευρωπαϊκή ομάδα, και με το 54% του φορτίου των χρόνιων αναπνευστικών νοσημάτων, έναντι 48%.
Το μήνυμα για την Ελλάδα είναι άμεσο: σημαντικό μέρος της μελλοντικής νοσηρότητας και θνησιμότητας δεν αποτελεί αναπόφευκτη εξέλιξη. Συνδέεται με παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχυθούν: μείωση του καπνίσματος, έλεγχο της παχυσαρκίας, αύξηση της φυσικής δραστηριότητας, υγιεινότερη διατροφή και περιορισμό της επιβάρυνσης από την ατμοσφαιρική ρύπανση.
Κάπνισμα, παχυσαρκία και σωματική αδράνεια: Οι τρεις ελληνικές «κόκκινες σημαίες»
Στην Ελλάδα, το 29% των ενηλίκων χρησιμοποιεί προϊόντα καπνού, έναντι 24% στον μέσο όρο της ΕΕ27+2. Η διαφορά των πέντε ποσοστιαίων μονάδων αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδεθεί με τον αυξημένο καρδιαγγειακό και ογκολογικό κίνδυνο, αλλά και με το μελλοντικό φορτίο χρόνιων αναπνευστικών νοσημάτων.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόκλιση στην παχυσαρκία. Στην Ελλάδα, το 34% των ενηλίκων καταγράφεται με παχυσαρκία, όταν ο μέσος όρος των χωρών της ΕΕ27+2 βρίσκεται στο 25%. Πρόκειται για διαφορά εννέα ποσοστιαίων μονάδων, η οποία μεταφράζεται σε μεγαλύτερη έκθεση στον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών νοσημάτων και ορισμένων μορφών καρκίνου.
Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται στη φυσική δραστηριότητα. Το 40% των ενηλίκων στην Ελλάδα δεν επιτυγχάνει τα επαρκή επίπεδα άσκησης, έναντι 28% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με άλλα λόγια, η σωματική αδράνεια στη χώρα είναι κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από τον μέσο ευρωπαϊκό δείκτη.
Η ελληνική εικόνα επιβαρύνεται και από την ποιότητα του αέρα. Η μέση πληθυσμιακή έκθεση στα μικροσωματίδια PM2.5 καταγράφεται στα 14 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, έναντι 11 στον μέσο όρο της ΕΕ27+2.
Αντίθετα, η κατανάλωση αλκοόλ εμφανίζεται χαμηλότερη στην Ελλάδα, στα 7 λίτρα καθαρού αλκοόλ ανά κάτοικο άνω των 15 ετών τον χρόνο, έναντι 10 λίτρων στην ευρωπαϊκή ομάδα. Η ημερήσια κατανάλωση πέντε ή περισσότερων μερίδων φρούτων και λαχανικών διαμορφώνεται στο 12%, ακριβώς όσο και ο μέσος όρος της ΕΕ27+2, επίδοση που παραμένει χαμηλή για μια χώρα με ισχυρή μεσογειακή διατροφική παράδοση.
Καρκίνος και καρδιαγγειακά: Η ελληνική θνησιμότητα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Τα δεδομένα του ΟΟΣΑ αποτυπώνουν αυξημένη θνησιμότητα στην Ελλάδα από δύο από τις σημαντικότερες αιτίες απώλειας ζωής στην Ευρώπη.
Η θνησιμότητα από καρκίνο στην Ελλάδα καταγράφεται σε 343 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 271 στον μέσο όρο της ΕΕ27+2. Η απόκλιση φθάνει περίπου το 27%, ενισχύοντας την ανάγκη για πρόληψη, οργανωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου, έγκαιρη διάγνωση και ισότιμη πρόσβαση στη θεραπεία.
Στα καρδιαγγειακά νοσήματα, η ελληνική θνησιμότητα ανέρχεται σε 473 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 409 στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η διαφορά, περίπου 16%, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή συνδέεται με παράγοντες που μπορούν να τροποποιηθούν: κάπνισμα, σωματική αδράνεια, παχυσαρκία, διατροφή, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία και διαβήτης.
Η θνησιμότητα από χρόνια αναπνευστικά νοσήματα βρίσκεται επίσης υψηλότερα στην Ελλάδα, με 55 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους έναντι 45 στην ΕΕ27+2. Αντίθετα, η θνησιμότητα από διαβήτη τύπου 2 καταγράφεται χαμηλότερα, στους 17 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 22 στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία. Η Ελλάδα δεν παρουσιάζει αρνητική εικόνα σε όλους τους δείκτες. Ωστόσο, ο συνδυασμός υψηλής παχυσαρκίας, περιορισμένης άσκησης και αυξημένου φορτίου καρδιαγγειακών και καρκίνου δημιουργεί ένα προειδοποιητικό πλαίσιο για τα επόμενα χρόνια.
Η σημαντική εξαίρεση: Ο κίνδυνος πρόωρου θανάτου στην Ελλάδα παραμένει κάτω από τον μέσο όρο
Παρότι η Ελλάδα περιλαμβάνεται στην Ομάδα G, η εικόνα της δεν συμπίπτει απολύτως με τον μέσο όρο των τεσσάρων χωρών της ομάδας. Η πιθανότητα ένας άνθρωπος να πεθάνει πρόωρα, μεταξύ 30 και 70 ετών, από καρκίνο, καρδιαγγειακά, διαβήτη τύπου 2 ή χρόνια αναπνευστικά νοσήματα εκτιμάται στην Ελλάδα στο 10,3%.
Το ποσοστό αυτό βρίσκεται οριακά χαμηλότερα από τον μέσο όρο 11% της ΕΕ27+2. Αντίθετα, ο μέσος όρος της Ομάδας G ανέρχεται στο 14%, επηρεασμένος από βαρύτερες επιδόσεις άλλων χωρών του ίδιου cluster.
Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί τα ελληνικά προβλήματα, αλλά αποτρέπει τις απλουστεύσεις. Η ένταξη της Ελλάδας στην Ομάδα G δεν σημαίνει ότι η χώρα εμφανίζει τα χειρότερα αποτελέσματα σε κάθε δείκτη. Δείχνει, όμως, ότι το συνολικό της προφίλ ευθυγραμμίζεται με χώρες οι οποίες χρειάζονται ισχυρότερη πρόληψη και καλύτερη διαχείριση σε τομείς υψηλού φορτίου, ιδίως στα καρδιαγγειακά και στον καρκίνο.
Ο ΟΟΣΑ δείχνει τις προτεραιότητες για την Ελλάδα
Για τις χώρες της Ομάδας G, ο ΟΟΣΑ εισηγείται πολιτικές πρόληψης σε πληθυσμιακό επίπεδο, με στόχο την ατμοσφαιρική ρύπανση, το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ, την ανθυγιεινή διατροφή, τη σωματική αδράνεια και την παχυσαρκία.
Για την Ελλάδα, δύο τομείς ξεχωρίζουν άμεσα: η παχυσαρκία και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, επειδή βρίσκονται αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η πολιτική για τα χρόνια νοσήματα δεν μπορεί να περιορίζεται στη θεραπεία όσων ήδη νοσούν. Χρειάζεται διαρκής επένδυση στην πρόληψη από την παιδική ηλικία, στην καθημερινή κίνηση, στη διατροφική εκπαίδευση, στην αντιμετώπιση της παιδικής και ενήλικης παχυσαρκίας και σε περιβάλλοντα που διευκολύνουν τις υγιεινές επιλογές.
Στον καρκίνο, η έκθεση αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της έγκαιρης ανίχνευσης μέσω μεγαλύτερης κάλυψης των προγραμμάτων screening, αλλά και της πρωτογενούς πρόληψης, συμπεριλαμβανομένου του εμβολιασμού έναντι του HPV.
Στα καρδιαγγειακά, ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι οι χώρες της Ομάδας G χρειάζεται να αναβαθμίσουν τόσο την πρόληψη όσο και τις διαδρομές οξείας και μετανοσοκομειακής φροντίδας. Η έκθεση αναφέρει ότι η θνησιμότητα 30 ημερών μετά από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο στην ομάδα είναι περίπου διπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ27+2, ενώ οι νοσοκομειακές εισαγωγές παραμένουν αυξημένες. Η ενίσχυση της επείγουσας φροντίδας, η δευτερογενής πρόληψη και η παρακολούθηση μετά το επεισόδιο αποτελούν, επομένως, κρίσιμα πεδία δράσης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευκαιρία του Safe Hearts Plan
Η ανάλυση δημοσιεύεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να οργανώσει πιο συνεκτική απάντηση στα καρδιαγγειακά νοσήματα. Το EU Safe Hearts Plan, που τέθηκε σε εφαρμογή τον Δεκέμβριο του 2025, αποτελεί την πρώτη ευρωπαϊκή προσέγγιση για τα καρδιαγγειακά, με τρεις βασικούς πυλώνες: πρόληψη, έγκαιρη ανίχνευση και προσυμπτωματικό έλεγχο, καθώς και θεραπεία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης.
Για την Ελλάδα, η ευρωπαϊκή αυτή ατζέντα προσφέρει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να ενταχθούν πιο στοχευμένες παρεμβάσεις: έλεγχος υπέρτασης και χοληστερόλης, ενίσχυση της διακοπής καπνίσματος, οργανωμένη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, καλύτερη πρόσβαση σε επείγουσα καρδιολογική και νευρολογική φροντίδα και συστηματικότερη παρακολούθηση ασθενών μετά από έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
Αντίστοιχα, το Europe’s Beating Cancer Plan μπορεί να στηρίξει τη βελτίωση της πρόληψης και της έγκαιρης διάγνωσης στον καρκίνο, ένα πεδίο στο οποίο η ελληνική θνησιμότητα εμφανίζεται σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο ευρωπαϊκό δείκτη.
Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει την πίεση στα συστήματα υγείας
Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι τα μη μεταδοτικά νοσήματα αποτελούν ήδη την κύρια αιτία θανάτου και αναπηρίας στις ευρωπαϊκές χώρες και ότι η γήρανση του πληθυσμού θα αυξήσει περαιτέρω το φορτίο τους.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα χρόνια μη μεταδοτικά νοσήματα ευθύνονταν για το 84% των χαμένων ετών υγιούς ζωής το 2023. Ακόμη και εάν οι παράγοντες κινδύνου και οι δείκτες επιβίωσης παραμείνουν σταθεροί, ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι τα νέα περιστατικά χρόνιων νοσημάτων στην ΕΕ θα αυξηθούν κατά 29% μεταξύ 2026 και 2050. Την ίδια περίοδο, η πολυνοσηρότητα αναμένεται να αυξηθεί κατά 70%.
Για την Ελλάδα, μια χώρα με ταχεία γήρανση του πληθυσμού, οι προβολές αυτές αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Περισσότεροι ασθενείς με πολλαπλές χρόνιες παθήσεις σημαίνουν αυξημένη ανάγκη για πρωτοβάθμια φροντίδα, παρακολούθηση, φάρμακα, αποκατάσταση, νοσοκομειακή περίθαλψη και υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας.
Η πρόληψη, συνεπώς, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα υγείας. Αποτελεί οικονομική και κοινωνική αναγκαιότητα, καθώς τα χρόνια νοσήματα περιορίζουν την παραγωγικότητα, αυξάνουν τις απουσίες από την εργασία και επιβαρύνουν τις οικογένειες και τον δημόσιο προϋπολογισμό.
Η ελληνική πρόκληση: Από τα δεδομένα σε μετρήσιμα αποτελέσματα
Η νέα ανάλυση του ΟΟΣΑ δεν περιγράφει μια αναπόφευκτη πορεία. Καταγράφει, όμως, με σαφήνεια τους τομείς όπου η Ελλάδα χρειάζεται να επιταχύνει.
Η χώρα διαθέτει ένα κρίσιμο παράθυρο ευκαιρίας: να μετατοπίσει το κέντρο βάρους από την καθυστερημένη θεραπεία στην οργανωμένη πρόληψη, από τις αποσπασματικές δράσεις στη συστηματική παρακολούθηση των αποτελεσμάτων και από την άνιση πρόσβαση σε έγκαιρη φροντίδα σε ένα περισσότερο συνεκτικό μοντέλο για όλους τους πολίτες.
Η αντιμετώπιση του καπνίσματος, της παχυσαρκίας και της σωματικής αδράνειας, η ενίσχυση των προγραμμάτων έγκαιρης διάγνωσης του καρκίνου και η βελτίωση της φροντίδας στα καρδιαγγειακά δεν αποτελούν διαφορετικά μέτωπα. Αποτελούν τμήματα της ίδιας εθνικής προτεραιότητας: να μειωθούν οι αποτρέψιμοι θάνατοι, να αυξηθούν τα χρόνια υγιούς ζωής και να περιοριστεί η μελλοντική πίεση σε ένα σύστημα υγείας που θα κληθεί να φροντίσει έναν ολοένα γηραιότερο πληθυσμό.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ λειτουργεί, τελικά, ως προειδοποίηση αλλά και ως οδηγός πολιτικής. Για την Ελλάδα, το ερώτημα δεν είναι εάν τα χρόνια νοσήματα θα αποτελέσουν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών. Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα και πόσο αποφασιστικά η χώρα θα επενδύσει στην πρόληψη και στην αποτελεσματικότερη φροντίδα, πριν το σημερινό φορτίο μετατραπεί σε ακόμη βαρύτερο κόστος για την κοινωνία και την οικονομία.
Βασικά στοιχεία για την Ελλάδα
| Δείκτης | Ελλάδα | Μέσος όρος ΕΕ27+2 |
|---|---|---|
| Χρήση προϊόντων καπνού στους ενήλικες | 29% | 24% |
| Παχυσαρκία στους ενήλικες | 34% | 25% |
| Ανεπαρκής σωματική δραστηριότητα | 40% | 28% |
| Κατανάλωση αλκοόλ | 7 λίτρα/έτος | 10 λίτρα/έτος |
| Έκθεση σε PM2.5 | 14 μg/m³ | 11 μg/m³ |
| Καθημερινή κατανάλωση ≥5 μερίδων φρούτων και λαχανικών | 12% | 12% |
| Θνησιμότητα από καρκίνο | 343 ανά 100.000 | 271 ανά 100.000 |
| Θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα | 473 ανά 100.000 | 409 ανά 100.000 |
| Θνησιμότητα από χρόνια αναπνευστικά νοσήματα | 55 ανά 100.000 | 45 ανά 100.000 |
| Θνησιμότητα από διαβήτη τύπου 2 | 17 ανά 100.000 | 22 ανά 100.000 |
| Πιθανότητα πρόωρου θανάτου από βασικό χρόνιο νόσημα, ηλικίες 30–70 | 10,3% | 11% |
Σημείωση πηγής και προσαρμογής: Το θέμα βασίζεται στο OECD Health Working Papers No. 195 – Cluster analysis of non-communicable disease burden, prevention and management across EU27+2 countries των Michele Cecchini, Sabine Vuik και Cormac Everard, OECD 2026. This is an adaptation of an original work by the OECD. The opinions expressed and arguments employed in this adaptation should not be reported as representing the official views of the OECD or of its Member countries.
Πηγή: healthpharma.gr
